Μια αλλαγή στο σχολείο, λιγότερο ορατή αλλά αρκετά σημαντική, αφορά τη σταδιακή υποχώρηση της συλλογικής λειτουργίας του σχολείου και τον περιορισμό του ρόλου του Συλλόγου Διδασκόντων, ο οποίος για δεκαετίες αποτελούσε την καρδιά της δημοκρατικής και παιδαγωγικής ζωής κάθε σχολικής μονάδας.
Όλο και περισσότερες αρμοδιότητες συγκεντρώνονται στη διοικητική πυραμίδα και στη διεύθυνση του σχολείου, με αποτέλεσμα οι εκπαιδευτικοί να αισθάνονται συχνά ότι καλούνται περισσότερο να εφαρμόσουν αποφάσεις παρά να συμμετάσχουν ουσιαστικά στη διαμόρφωσή τους.
Το αποτέλεσμα αυτής της μεταβολής δεν είναι μόνο διοικητικό, αλλά βαθιά παιδαγωγικό, γιατί το σχολείο δεν είναι επιχείρηση και δεν λειτουργεί καλύτερα όταν οι αποφάσεις συγκεντρώνονται σε ένα πρόσωπο, αλλά όταν συνδιαμορφώνονται από πολλούς ανθρώπους που γνωρίζουν τους μαθητές, τις ανάγκες, τις δυσκολίες και τις ιδιαιτερότητες της κάθε σχολικής κοινότητας.
Το σχολείο λειτουργεί καλύτερα όταν οι εκπαιδευτικοί αισθάνονται ότι η γνώμη τους έχει βάρος, ότι η εμπειρία τους αξιοποιείται, ότι οι διαφωνίες τους ακούγονται και ότι ο Σύλλογος Διδασκόντων παραμένει ζωντανό συλλογικό όργανο και όχι ένας μηχανισμός τυπικής επικύρωσης αποφάσεων που έχουν ήδη ληφθεί αλλού.
Γιατί το δημόσιο σχολείο οφείλει να παραμένει κοινότητα ανθρώπων και όχι μηχανισμός εκτέλεσης εντολών, ένας χώρος συνεργασίας και παιδαγωγικής ευθύνης και όχι μια μικρογραφία διοικητικής ιεραρχίας στην οποία οι εντολές κατεβαίνουν και οι ευθύνες μεταφέρονται πάντοτε προς τα κάτω.
Ο εκπαιδευτικός ως «σάκος του μποξ»
Ταυτόχρονα αλλάζει με ταχύτητα και η κοινωνική θέση του εκπαιδευτικού, καθώς οι λεκτικές επιθέσεις, οι καταγγελίες, οι πιέσεις για βαθμούς, οι δημόσιες αμφισβητήσεις και οι ολοένα πιο επιθετικές παρεμβάσεις γονέων στη λειτουργία της τάξης και στις παιδαγωγικές αποφάσεις φαίνεται να αυξάνονται.
Δεν πρόκειται πλέον μόνο για μεμονωμένα περιστατικά, αλλά για τη σταδιακή διαμόρφωση ενός νέου κλίματος, μέσα στο οποίο ο εκπαιδευτικός μοιάζει να θεωρείται υπεύθυνος σχεδόν για κάθε δυσλειτουργία του σχολείου, ακόμη και όταν αυτή οφείλεται σε βαθύτερα κοινωνικά, θεσμικά ή πολιτικά αίτια.
Αν το παιδί δεν αποδίδει, φταίει ο εκπαιδευτικός· αν υπάρχει ένταση στην τάξη, φταίει πάλι ο εκπαιδευτικός· αν υπάρχουν προβλήματα στη λειτουργία του σχολείου, αν δεν επαρκούν οι υποδομές, αν τα τμήματα είναι πολυπληθή ή αν δεν υπάρχει η απαιτούμενη υποστήριξη, και πάλι εκείνος που βρίσκεται καθημερινά μπροστά στον πίνακα καλείται να δώσει εξηγήσεις και να απολογηθεί.
Σαν να έχει διαμορφωθεί μια σιωπηλή πολιτική και κοινωνική παραδοχή ότι ο πιο εύκολος αποδέκτης της δυσαρέσκειας είναι ο εκπαιδευτικός, επειδή είναι ο πιο άμεσα προσβάσιμος, ο πιο ορατός και εκείνος που δύσκολα μπορεί να αντιδράσει χωρίς να κινδυνεύσει να βρεθεί αντιμέτωπος με μια νέα καταγγελία, μια διοικητική διαδικασία ή μια δημόσια στοχοποίηση.
Η ίδια η πολιτεία, όταν αντιμετωπίζει τον εκπαιδευτικό κυρίως ως αποδέκτη ελέγχου και λιγότερο ως συνεργάτη, όταν του ζητά διαρκώς να αποδεικνύει ότι εργάζεται και σπανιότερα του παρέχει τα μέσα για να εργαστεί καλύτερα, συμβάλλει στη δημιουργία αυτού του κλίματος, ακόμη και όταν δεν το επιδιώκει ρητά.
Και όταν η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στις υποχρεώσεις των εκπαιδευτικών, αλλά πολύ λιγότερο στις συνθήκες μέσα στις οποίες καλούνται να εργαστούν, η εικόνα που διαμορφώνεται στην κοινωνία γίνεται αναπόφευκτα μονοδιάστατη, άδικη και τελικά επικίνδυνη για τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στο σχολείο και την οικογένεια.