Σε προχωρημένο στάδιο βρίσκεται η έρευνα της Επιτροπής Ανταγωνισμού για μεγάλο δίκτυο φροντιστηρίων, μετά από ενδείξεις για πιθανές παραβάσεις της νομοθεσίας περί ελεύθερου ανταγωνισμού. Η υπόθεση αφορά καταγγελίες για πρακτικές που ενδέχεται να επηρέαζαν τη διαμόρφωση των διδάκτρων και τη λειτουργία της αγοράς φροντιστηριακής εκπαίδευσης.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της Αρχής, η υπόθεση ανατέθηκε σε αρμόδιο εισηγητή, γεγονός που σηματοδοτεί ότι η διερεύνηση έχει προχωρήσει σημαντικά και ενεργοποιεί τις προβλεπόμενες από τον νόμο διαδικασίες μέχρι την έκδοση απόφασης.
Οι πρακτικές που ερευνώνται
Η έρευνα ξεκίνησε ύστερα από ανώνυμες πληροφορίες που περιήλθαν στην Επιτροπή Ανταγωνισμού και αφορά ενδεχόμενες αντιανταγωνιστικές πρακτικές στο πλαίσιο λειτουργίας δικτύου φροντιστηρίων.
Στο επίκεντρο της διερεύνησης βρίσκονται, μεταξύ άλλων:
- ο πιθανός καθορισμός ελάχιστων διδάκτρων για τις εκπαιδευτικές υπηρεσίες,
- η εφαρμογή ενιαίας τιμολογιακής πολιτικής μέσω κοινών τιμοκαταλόγων,
- καθώς και ο καθορισμός ανώτατου ποσοστού εκπτώσεων προς τους μαθητές και τις οικογένειές τους.
Οι πρακτικές αυτές εξετάζονται υπό το πρίσμα των διατάξεων περί κάθετων συμπράξεων, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν παραβιάζουν τους κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού.
Προηγήθηκε αιφνιδιαστικός έλεγχος
Στο πλαίσιο της έρευνας, στελέχη της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού πραγματοποίησαν αιφνιδιαστικό επιτόπιο έλεγχο στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης στις 30 Απριλίου 2025, συλλέγοντας στοιχεία που αξιολογήθηκαν κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης.
Από την ανάλυση του υλικού προέκυψαν ενδείξεις που οδήγησαν την Επιτροπή στην περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης.
Η Επιτροπή Ανταγωνισμού διευκρινίζει ότι η ανάθεση της υπόθεσης σε εισηγητή δεν συνεπάγεται αυτόματα διαπίστωση παράβασης ούτε προεξοφλεί το περιεχόμενο της εισήγησης ή την τελική απόφαση της Ολομέλειας.
Η διάρκεια της διαδικασίας θα εξαρτηθεί από την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, τον όγκο των στοιχείων που έχουν συγκεντρωθεί, τον αριθμό των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, καθώς και από τον βαθμό συνεργασίας τους με τις αρμόδιες αρχές.
Η τελική απόφαση της Επιτροπής αναμένεται μετά την ολοκλήρωση όλων των προβλεπόμενων σταδίων της διοικητικής διαδικασίας.