Σε ιδιαίτερα οξυμένο κλίμα εξελίσσεται η αντιπαράθεση στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (ΑΣΚΤ), με το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού να παρεμβαίνει δημόσια, καταγγέλλοντας σειρά διοικητικών πρακτικών και θέτοντας ευθέως ζητήματα θεσμικής λειτουργίας και νομιμότητας.
Στην ανοιχτή τοποθέτησή τους τα μέλη του Δ.Σ. σημειώνουν ότι «θέτουμε υπόψη της ακαδημαϊκής κοινότητας και της κοινής γνώμης επείγοντα και σοβαρά ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία του Ιδρύματος», υποστηρίζοντας ότι έχει διαμορφωθεί ένα περιβάλλον έντασης και θεσμικής δυσλειτουργίας.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε καταγγελίες μελών ΔΕΠ που, σύμφωνα με το κείμενο, «βρέθηκαν αντιμέτωπα με μηνύσεις, διαδοχικές πειθαρχικές διώξεις ή άλλες μορφές διοικητικής πίεσης» μετά από προσφυγές σε ελεγκτικούς μηχανισμούς του κράτους. Όπως επισημαίνεται, το γεγονός αυτό «γεννά εύλογα ερωτήματα για τη θεσμική λειτουργία, τη νομιμότητα και τη λογοδοσία των οργάνων που διοικούν».
Παράλληλα, στο μικροσκόπιο τίθεται και η διαδικασία εκλογών και εξελίξεων μελών ΔΕΠ, με το Δ.Σ. να κάνει λόγο για «οκτώ αναπομπές διαδικασιών εκλογής ή εξέλιξης σε διάστημα μικρότερο των τριών ετών», σε ένα Ίδρυμα 31 μελών ΔΕΠ. Η συχνότητα αυτή χαρακτηρίζεται ως «ένδειξη βαθιάς θεσμικής δυσλειτουργίας» και όχι ως τυπική διοικητική πρακτική.
Το κείμενο ασκεί επίσης κριτική στον ρόλο επιτροπών και διαδικασιών που, όπως αναφέρεται, «εγείρουν ζητήματα αμεροληψίας και σύγκρουσης ρόλων», ενώ γίνεται λόγος για υπερσυγκέντρωση αρμοδιοτήτων και επιλεκτικές παρεμβάσεις στη διοικητική λειτουργία.
Σε πιο αιχμηρό τόνο, το Διοικητικό Συμβούλιο ζητά από τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης να ασκήσουν «στο ακέραιο τις εκ του νόμου αρμοδιότητες ελέγχου, εποπτείας και λογοδοσίας», προειδοποιώντας ότι διαφορετικά «η παραμονή τους στο όργανο στερείται θεσμικού νοήματος».
Τέλος, ο ΣΔΕΠ ΑΣΚΤ απευθύνει έκκληση για «πλήρη διαφάνεια, ανεξάρτητη διερεύνηση των καταγγελιών και αποκατάσταση της συλλογικής και δημοκρατικής λειτουργίας του Ιδρύματος», ενώ ζητεί την παρέμβαση των αρμόδιων εποπτικών αρχών, υπογραμμίζοντας ότι «η υπεράσπιση του δημόσιου πανεπιστημίου προϋποθέτει λογοδοσία και έλεγχο όλων των διοικητικών πρακτικών».
Θεσμική εκτροπή, πειθαρχικές διώξεις και αναπομπές στην Α.Σ.Κ.Τ.
Ερωτήματα περί νομιμότητας και λογοδοσίας
Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού της Α.Σ.Κ.Τ., με το παρόν κείμενο θέτουμε υπόψη της ακαδημαϊκής κοινότητας και της κοινής γνώμης επείγοντα και σοβαρά ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία του Ιδρύματος και γεννούν εύλογα ερωτήματα για τη θεσμική λειτουργία, τη νομιμότητα και τη λογοδοσία των οργάνων που διοικούν.
Αρκετές φωνές μέχρι σήμερα (συλλογικοί φορείς και μεμονωμένα μέλη ΔΕΠ) έχουν εκφράσει δημόσια τη βαθιά και εντεινόμενη ανησυχία τους για τη θεσμική λειτουργία της ΑΣΚΤ υπό την πρυτανική αρχή της Ερατούς Χατζησάββα. Οι καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί και ερείδονται σε αδιάσειστα τεκμήρια, δεν αφορούν μεμονωμένα περιστατικά ή απλές προσωπικές αντιπαραθέσεις. Συνθέτουν την εικόνα μιας διοίκησης η οποία, αντί να επιλύει τα προβλήματα του Ιδρύματος, είναι προσηλωμένη στο να πολλαπλασιάζει τις συγκρούσεις, να επιβαρύνει τη λειτουργία των υπηρεσιών και να καλλιεργεί κλίμα φόβου και ανασφάλειας. Ιδιαίτερα σοβαρές είναι οι καταγγελίες σύμφωνα με τις οποίες μέλη ΔΕΠ που απευθύνθηκαν επισήμως σε κρατικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς, ζητώντας τη διερεύνηση πρακτικών της διοίκησης – μεταξύ άλλων και σειράς απευθείας αναθέσεων – βρέθηκαν αντιμέτωπα με μηνύσεις, διαδοχικές πειθαρχικές διώξεις ή άλλες μορφές διοικητικής πίεσης. Αυτά τα περιστατικά επιβεβαιώνουν ότι δεν πρόκειται απλώς για προβληματική διοικητική συμπεριφορά, αλλά για πρακτικές που μπορούν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά απέναντι σε κάθε μέλος της πανεπιστημιακής κοινότητας που επιχειρεί να ασκήσει το νόμιμο δικαίωμα και το καθήκον του θεσμικού ελέγχου.
Ανάλογη εικόνα προκύπτει από τη διαχείριση των εκλογών και εξελίξεων μελών ΔΕΠ. Σε ένα Ίδρυμα με μόλις 31 μέλη καθηγητικού προσωπικού έχουν καταγραφεί, σε διάστημα μικρότερο των τριών ετών, οκτώ αναπομπές διαδικασιών εκλογής ή εξέλιξης από την πρυτανική αρχή. Ας σημειωθεί ότι η σπουδή για τις αναπομπές έφτασε στο ακραίο σημείο να αναπεμφθεί διαδικασία άγονης εκλογής. Ο αριθμός αυτός είναι εξαιρετικά υψηλός σε σχέση με το μέγεθος της ΑΣΚΤ και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως διοικητική κανονικότητα. Αντίθετα, αποτελεί ένδειξη βαθιάς θεσμικής δυσλειτουργίας, είτε επειδή οι υπηρεσίες αδυνατούν να υποστηρίξουν ορθά τις διαδικασίες είτε επειδή η πρυτανική αρχή επιλέγει να παρεμβαίνει σε αυτές με υπερβολικά επιλεκτικό ή προσχηματικό τρόπο. Οι αναπομπές φέρεται να στηρίζονται σε γνωμοδοτήσεις τριμελούς Επιτροπής Συνεπικουρίας (η οποία δεν είναι υποχρεωτική από το νόμο), τα μέλη της οποίας επιλέγονται και ορίζονται από την ίδια την Πρύτανη. Παράλληλα, είναι γνωστό στην κοινότητα ότι συγκεκριμένα μέλη της Επιτροπής έχουν αναλάβει πολλαπλά και παράλληλα διοικητικά καθήκοντα, ακόμη και σε τομείς που σχετίζονται άμεσα με τις ελεγχόμενες διαδικασίες, όπως η διαχείριση του πληροφοριακού συστήματος ΑΠΕΛΛΑ. Η υπερσυγκέντρωση αρμοδιοτήτων σε έναν περιορισμένο κύκλο προσώπων δημιουργεί αντικειμενικά ζητήματα αμεροληψίας, σύγκρουσης ρόλων και χρηστής διοίκησης. Η πρυτανική αρχή δεν μπορεί να επικαλείται πλημμέλειες των υπηρεσιών προκειμένου να αναπέμπει κατ’ επανάληψη εκλογές, όταν οι ίδιες αυτές υπηρεσίες λειτουργούν υπό τη δική της πλημμελή πολιτική και διοικητική εποπτεία.
Η κριτική προς την παρούσα πρυτανική αρχή της Ερατούς Χατζησάββα αποσκοπεί να αναδείξει τη βαριά ευθύνη μιας διοίκησης η οποία, αντί να προστατεύει το Ίδρυμα και τους ανθρώπους του, ακολουθεί πρακτικές συγκεντρωτισμού, αδιαφάνειας και αντιπαράθεσης – πρακτικές που, όπως προκύπτει από τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων, προσλαμβάνουν χαρακτηριστικά αντιποίνων. Και το Συμβούλιο Διοίκησης, τι πράττει; Καλούμε τα μέλη του – τον Παντελεήμονα Χανδρή, τον Κωστή Βελώνη, τον Δημοσθένη Αβραμίδη, τον Κωνσταντίνο Ιωαννίδη, τη Μαρία Τσαντσάνογλου, την Αικατερίνη Κοσκινά, τον Γεράσιμο Κουζέλη, τον Νικόλαο Δουλαδίρη και τον Κωνσταντίνο Γουλιάμο – να ασκήσουν στο ακέραιο τις εκ του νόμου αρμοδιότητες ελέγχου, εποπτείας και λογοδοσίας που τους αναλογούν. Σε διαφορετική περίπτωση, η παραμονή τους στο όργανο στερείται θεσμικού νοήματος και οφείλουν να αναλάβουν τις ευθύνες τους, θέτοντας τις θέσεις τους στη διάθεση της κοινότητας. Υπενθυμίζεται ότι το Συμβούλιο Διοίκησης λειτουργεί από τις αρχές Οκτωβρίου 2025 έως σήμερα με ελλιπή σύνθεση, χωρίς την προβλεπόμενη από τον νόμο εκπροσώπηση του Τμήματος Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης, γεγονός που εγείρει σοβαρό ζήτημα νομιμότητας ως προς τη συγκρότηση και λειτουργία του οργάνου. Παρ' όλα αυτά, η ευθύνη των μελών των συλλογικών οργάνων παραμένει, σύμφωνα με τον νόμο, συλλογική και ατομική· η ανοχή σε πρακτικές που εγείρουν σοβαρά ερωτήματα νομιμότητας, χωρίς άσκηση ουσιαστικού ελέγχου, υπονομεύει τον ίδιο τον θεσμικό ρόλο των οργάνων. Όσα καταγγέλλονται δεν συνιστούν άθροισμα ατυχών περιστατικών, αλλά ένα επαναλαμβανόμενο διοικητικό μοτίβο, το οποίο απαιτεί άμεσο θεσμικό και διαχειριστικό έλεγχο από τα αρμόδια εποπτικά όργανα.
Η ακαδημαϊκή κοινότητα δικαιούται πλήρη διαφάνεια, ανεξάρτητη διερεύνηση των καταγγελιών, σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων, προστασία όσων προσφεύγουν στους νόμιμους ελεγκτικούς μηχανισμούς και αποκατάσταση της συλλογικής και δημοκρατικής λειτουργίας του Ιδρύματος. Παράλληλα, το αρμόδιο Υπουργείο και οι εποπτικοί θεσμοί οφείλουν να αναλάβουν τις ευθύνες τους για τον έλεγχο συγκεκριμένων διοικητικών πρακτικών στην ΑΣΚΤ.
Η υπεράσπιση του δημόσιου πανεπιστημίου προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, λογοδοσία όσων διοικούν, σεβασμό προς το διδακτικό και διοικητικό προσωπικό και έλεγχο όλων των πρακτικών με τις οποίες εργαλειοποιείται η διοικητική εξουσία για να εκφοβίσει, να εξουθενώσει ή να τιμωρήσει όσους διαφωνούν. Στην ΑΣΚΤ, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης δεν μπορεί πλέον να γίνει χωρίς ουσιαστικό έλεγχο των πεπραγμένων της σημερινής πρυτανικής αρχής και του Συμβουλίου Διοίκησης.
Το Διοικητικό Συμβούλιο του ΣΔΕΠ ΑΣΚΤ