Στο επίκεντρο της κοινοβουλευτικής συζήτησης βρέθηκε το ζήτημα της εκπαίδευσης μαθητών που βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού και αδυνατούν, για τεκμηριωμένους λόγους, να παρακολουθήσουν το τυπικό σχολικό περιβάλλον. Με αφορμή σχετική ερώτηση που κατατέθηκε στη Βουλή, η υπουργός Παιδείας, Σοφία Ζαχαράκη, κλήθηκε να τοποθετηθεί για τις δυνατότητες κατ’ οίκον εκπαίδευσης και τα υφιστάμενα εργαλεία στήριξης που παρέχει σήμερα η νομοθεσία.
Στην απάντησή της, η υπουργός επικαλείται σχετικό έγγραφο του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ), σύμφωνα με το οποίο το ισχύον πλαίσιο προβλέπει ήδη συγκεκριμένες μορφές εκπαιδευτικής υποστήριξης για μαθητές με σοβαρές δυσκολίες φοίτησης. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η ένταξη στην κατηγορία των κατ’ ιδίαν διδαχθέντων μαθητών για περιπτώσεις σοβαρών ψυχικών παθήσεων, καθώς και η διδασκαλία στο σπίτι για μαθητές που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας τα οποία δεν επιτρέπουν τη μετακίνησή τους στο σχολείο.
Η κοινοβουλευτική παρέμβαση του βουλευτή Παναγιώτη Παρασκευαΐδη εστιάζει, ωστόσο, σε αυτό που χαρακτηρίζει ως «θεσμικό κενό» για τους μαθητές που ανήκουν στο φάσμα του αυτισμού. Όπως επισημαίνεται στην ερώτηση, πολλοί μαθητές βιώνουν έντονη αισθητηριακή επιβάρυνση μέσα στο σχολικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα να δυσκολεύονται ή ακόμη και να αδυνατούν να συμμετέχουν ουσιαστικά στην εκπαιδευτική διαδικασία.
«Η κατάσταση αυτή δεν συνιστά ένταξη, αλλά de facto αποκλεισμό με θεσμική ανοχή», αναφέρεται χαρακτηριστικά στο κείμενο της ερώτησης, όπου υποστηρίζεται ότι η φυσική παρουσία σε μια τάξη δεν αρκεί όταν δεν υπάρχουν οι κατάλληλες προσαρμογές που να ανταποκρίνονται στις εξατομικευμένες ανάγκες των μαθητών.
Ο βουλευτής ζήτησε από το υπουργείο να διευκρινίσει γιατί δεν έχει θεσπιστεί μέχρι σήμερα ένα σαφές πλαίσιο που να επιτρέπει, έπειτα από γνωμάτευση των αρμόδιων φορέων, την κατ’ οίκον εκπαίδευση ή υβριδικά μοντέλα φοίτησης για μαθητές στο φάσμα του αυτισμού, ενώ θέτει και το ερώτημα αν υπάρχει σχεδιασμός για σχετική νομοθετική πρωτοβουλία στο προσεχές διάστημα.
Η απάντηση της Σοφίας Ζαχαράκη
«Απάντηση στην Ερώτηση με αριθμ. πρωτ. 4976/4-5-2026»
Σε απάντηση του ανωτέρω Μέσου Κοινοβουλευτικού Ελέγχου, σας γνωρίζουμε ότι, σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. 8825/12-5-2026 έγγραφο του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Ι.Ε.Π.), ισχύουν τα ακόλουθα:
«(…) Όταν η φοίτηση των μαθητών/τριών με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες καθίσταται ιδιαίτερα απαιτητική στα σχολεία του κοινού εκπαιδευτικού προγράμματος ή στα τμήματα ένταξης, λόγω των ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών τους, η εκπαίδευση των μαθητών/τριών αυτών παρέχεται με τους εξής τρόπους, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία:
α) Οι μαθητές/τριες που πάσχουν από σοβαρές ψυχικές παθήσεις δύνανται να εντάσσονται στην κατηγορία των κατ’ ιδίαν διδαχθέντων μαθητών/τριών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 173 του ν. 4823/2021(Α’ 136).
β) Με διδασκαλία στο σπίτι, όταν αυτή κρίνεται αναγκαία, για σοβαρά βραχυχρόνια ή χρόνια προβλήματα υγείας, τα οποία δεν επιτρέπουν τη μετακίνηση και φοίτηση των μαθητών/τριών στο σχολείο. Η έγκριση της διδασκαλίας στο σπίτι γίνεται με απόφαση του/της Διευθυντή/τριας Εκπαίδευσης της αντίστοιχης βαθμίδας στην οποία φοιτά ο/η μαθητής/τρια, κατόπιν αιτιολογημένης πρόσφατης ιατρικής γνωμάτευσης, στην οποία
αναγράφεται η διάρκεια επιβεβλημένης παραμονής στο σπίτι. (άρθρο 45 του ν. 5128/2024 (Α΄118), όπως τροποποίησε την παρ. 4 του άρθρου 6 του ν. 3699/2008 (Α΄199)).»
Η ΥΠΟΥΡΓΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ
Η ερώτηση στη Βουλή για το υπουργείο Παιδείας
Θεσμικό κενό στην εκπαίδευση μαθητών στο φάσμα του αυτισμού – Ανάγκη πρόβλεψης κατ’ οίκον και ευέλικτων μορφών φοίτησης
Η υποχρέωση της Πολιτείας να διασφαλίζει ουσιαστική και όχι προσχηματική πρόσβαση στην εκπαίδευση απορρέει τόσο από το άρθρο 16 του Συντάγματος όσο και από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες (ν. 4074/2012), η οποία επιβάλλει την παροχή «εύλογων προσαρμογών» βάσει των ατομικών αναγκών.
Ωστόσο, η πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά μαθητές στο φάσμα του αυτισμού και οι οικογένειές τους απέχει ουσιωδώς από τις ανωτέρω δεσμεύσεις.
Τα γενικά σχολικά περιβάλλοντα, με υψηλά επίπεδα θορύβου, συνωστισμού και απρόβλεπτων κοινωνικών απαιτήσεων, συνιστούν για σημαντικό αριθμό μαθητών με διαταραχές αυτιστικού φάσματος ένα πλαίσιο έντονης αισθητηριακής υπερφόρτισης.
Η επιστημονική βιβλιογραφία τεκμηριώνει ότι οι συνθήκες αυτές δεν δυσχεραίνουν απλώς τη μάθηση, αλλά μπορούν να οδηγήσουν σε αποδιοργάνωση της συμπεριφοράς, έντονο άγχος, ακόμη και πλήρη αδυναμία συμμετοχής στην εκπαιδευτική διαδικασία.
Παρά ταύτα, το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο (ενδεικτικά ν. 3699/2008) δεν παρέχει επαρκή και σαφώς οριοθετημένη δυνατότητα κατ’ οίκον εκπαίδευσης ή ευέλικτης/υβριδικής φοίτησης για τις περιπτώσεις αυτές.
Ως αποτέλεσμα, παρατηρούνται επαναλαμβανόμενα φαινόμενα:
● μαθητών που βρίσκονται τυπικά εγγεγραμμένοι αλλά ουσιαστικά αδυνατούν να παρακολουθήσουν,
● γονέων που εξαναγκάζονται να αναζητούν άτυπες ή ιδιωτικές λύσεις,
● παιδιών που απομακρύνονται πλήρως από το εκπαιδευτικό σύστημα.
Η κατάσταση αυτή δεν συνιστά «ένταξη», αλλά de facto αποκλεισμό με θεσμική ανοχή.
Είναι σαφές ότι η συμπεριληπτική εκπαίδευση δεν εξαντλείται στη φυσική παρουσία του μαθητή σε μια τάξη που δεν μπορεί να υποστηρίξει τις ανάγκες του.
Όταν το εκπαιδευτικό περιβάλλον καθίσταται παράγοντας απορρύθμισης αντί για πεδίο μάθησης, η απουσία εναλλακτικών μορφών φοίτησης υπονομεύει ουσιαστικά το δικαίωμα της ισότιμης πρόσβασης στην εκπαίδευση αυτών των παιδιών.
Υπό τα ανωτέρω, και δεδομένου ότι η μη παροχή κατάλληλων προσαρμογών δύναται να συνιστά παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων των μαθητών με αναπηρία,
Η κ. Υπουργός,
ΕΡΩΤΑΤΑΙ
1)Για ποιο λόγο μέχρι σήμερα δεν έχει θεσπιστεί σαφές και λειτουργικό πλαίσιο που να επιτρέπει, κατόπιν τεκμηριωμένης γνωμάτευσης αρμόδιων διεπιστημονικών φορέων, την κατ’ οίκον εκπαίδευση ή/και υβριδικά μοντέλα φοίτησης για μαθητές στο φάσμα του αυτισμού;
2)Με ποιο χρονοδιάγραμμα προτίθεται το Υπουργείο να καλύψει το εν λόγω θεσμικό κενό;
3)Προτίθεται το Υπουργείο να προχωρήσει άμεσα σε σχετική νομοθετική ρύθμιση, η οποία θα διασφαλίζει εξατομικευμένα εκπαιδευτικά προγράμματα και πραγματική πρόσβαση στη μάθηση;
4)Ποια συγκεκριμένα μέτρα λαμβάνονται σήμερα για τους μαθητές που αδυνατούν τεκμηριωμένα να παρακολουθήσουν σε τυπικό σχολικό περιβάλλον;
5)Υφίσταται μηχανισμός καταγραφής των περιπτώσεων αυτών ή παραμένουν διοικητικά «αόρατες»;
Ο ερωτών Βουλευτής
Παναγιώτης Παρασκευαΐδης