Η κάλυψη των διδακτικών κενών μέσω υπερωριών και συμπτύξεων τμημάτων παγιώνεται ως κεντρική πολιτική επιλογή, αντικαθιστώντας τις προσλήψεις αναπληρωτών και οδηγώντας σε έμμεση αύξηση του εργασιακού φόρτου στα σχολεία.
Στην ακαδημαϊκή χρονιά που βρίσκεται σε εξέλιξη, η κάλυψη των πολυάριθμων διδακτικών κενών σε πολλές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης γίνεται ολοένα και συχνότερα όχι με προσλήψεις αναπληρωτών, αλλά με συμπτύξεις τμημάτων και αναθέσεις υπερωριακής εργασίας στους εκπαιδευτικούς. Η πρακτική αυτή έχει λάβει χαρακτηριστικά κανονικότητας, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στον εκπαιδευτικό κόσμο.
Σύμφωνα με εκπαιδευτικούς και συνδικαλιστικές συλλογικότητες, η κατάσταση αυτή δεν αποτελεί αποτέλεσμα διοικητικής δυσλειτουργίας, αλλά συνειδητή πολιτική επιλογή με σαφή στόχο τον περιορισμό του κόστους. Όπως επισημαίνουν, το μέτρο των υπερωριών λειτουργεί ως «Δούρειος Ίππος» για την έμμεση αύξηση του διδακτικού ωραρίου, χωρίς θεσμική αλλαγή του πλαισίου.
Μέχρι το 2013, το εβδομαδιαίο διδακτικό ωράριο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση κυμαινόταν από 16 έως 21 ώρες. Σήμερα, το βασικό ωράριο έχει αυξηθεί στις 18 έως 23 ώρες, ενώ στην πράξη συχνά φτάνει τις 24 ή και 25, καθώς το ισχύον θεσμικό πλαίσιο επιτρέπει την ανάθεση έως και πέντε ωρών υπερωρίας ανά εκπαιδευτικό. Παράλληλα, καταγράφονται περιπτώσεις όπου τα ΠΥΣΔΕ «σπάνε» τα διδακτικά κενά και τοποθετούν εκπαιδευτικούς –κυρίως αναπληρωτές– σε περισσότερες από μία σχολικές μονάδες, με τρόπο που καθιστά σχεδόν αναπόφευκτη την ανάληψη υπερωρίας.
Το Υπουργείο Παιδείας αποδίδει την πρακτική αυτή στην ανάγκη για «ορθολογική διαχείριση του προσωπικού», στο τέλος χρηματοδοτικών εργαλείων όπως το ΕΣΠΑ και στην υποχρέωση διασφάλισης της εύρυθμης λειτουργίας των σχολείων. Ωστόσο, οι επικριτές της πολιτικής αυτής υπογραμμίζουν ότι την ίδια στιγμή οι εκπαιδευτικοί παραμένουν μισθολογικά καθηλωμένοι, ενώ βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα αυστηρό πλαίσιο αξιολόγησης, πειθαρχικών διαδικασιών και αυξημένης διοικητικής πίεσης. Σε αυτό το περιβάλλον, η άρνηση της υπερωρίας συχνά εκλαμβάνεται ως πράξη «απροθυμίας», εντείνοντας το κλίμα φόβου.
Ιδιαίτερη κριτική ασκείται και στον ρόλο των συνδικαλιστικών ηγεσιών. Οι στάσεις εργασίας που προκηρύσσονται για τις ώρες υπερωρίας, αν και παρέχουν ένα θεσμικό μέσο άρνησης, μεταφέρουν τελικά το βάρος της αντίστασης στον μεμονωμένο εκπαιδευτικό και δεν αντιμετωπίζουν το βασικό πρόβλημα των κενών. Παράλληλα, οι εκκλήσεις προς τους διευθυντές σχολικών μονάδων να μη δίνουν υπερωρίες θεωρούνται ανεπαρκείς, καθώς οι διευθυντές εφαρμόζουν τις κατευθύνσεις της διοίκησης ή δεν διαθέτουν ουσιαστικό περιθώριο επιλογής.
Οι επιπτώσεις, όπως τονίζουν οι Αγωνιστικές Κινήσεις Εκπαιδευτικών, δεν περιορίζονται μόνο στους εργαζόμενους. Η υπερωριακή εργασία επιτείνει την επαγγελματική εξουθένωση, υπονομεύει τις εργασιακές σχέσεις και οδηγεί σε κατάργηση θέσεων αναπληρωτών, ενώ ταυτόχρονα καλλιεργεί τη λογική ότι η αύξηση του εισοδήματος μπορεί να προέλθει μόνο μέσα από την υπέρβαση των αντοχών. Το αποτέλεσμα, επισημαίνουν, επηρεάζει άμεσα και τους μαθητές, καθώς οι συνθήκες εργασίας των εκπαιδευτικών αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των συνθηκών μάθησης.
Σε μια περίοδο που το δημόσιο σχολείο δοκιμάζεται από ελλείψεις προσωπικού και αυξανόμενες κοινωνικές απαιτήσεις, το ζήτημα των υπερωριών αναδεικνύεται σε κομβικό πεδίο αντιπαράθεσης για το μέλλον της εκπαίδευσης, ξεπερνώντας τα όρια μιας στενά εργασιακής διεκδίκησης.
Η ανακοίνωση των Αγωνιστικών Κινήσεων Εκπαιδευτικών Σάμου
Ο «ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ» ΤΗΣ ΑΥΞΗΣΗΣ ΩΡΑΡΙΟΥ ΚΑΙ ΕΞΟΥΘΕΝΩΣΗΣ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ
Στην ακαδημαϊκή χρονιά που διανύουμε έγινε κανονικότητα στις περισσότερες διευθύνσεις εκπαίδευσης η κάλυψη των άπειρων διδακτικών κενών να γίνεται όχι με προσλήψεις αναπληρωτών αλλά με συμπτύξεις τμημάτων και αναθέσεις υπερωριών στους εκπαιδευτικούς.
Η πρακτική αυτή δεν είναι αποτέλεσμα μιας «κακής διοίκησης» των Διευθυντών και των ΠΥΣΠΕ/ΠΥΣΔΕ αλλά αποτελεί κεντρική πολιτική επιλογή με συγκεκριμένες στοχεύσεις.
Ενώ λοιπόν στο παρελθόν –πριν το 2013– το ωρολόγιο πρόγραμμα των σχολείων ήταν από 16 έως 21 ώρες την εβδομάδα για κάθε εκπαιδευτικό στη δευτεροβάθμια, σήμερα είναι από 18 έως 23, 24, 25 και παραπάνω αφού μπορεί να ανατεθούν μέχρι και 5 ώρες υπερωρία στον κάθε εκπαιδευτικό.
Είναι κανονικότητα τα ΠΥΣΔΕ να σπάνε τα κενά και να στέλνουν σε πολλά σχολεία εκπαιδευτικούς και κυρίως αναπληρωτές με τρόπο ώστε στο ένα ή σε δύο σχολεία που πάει ένας εκπαιδευτικός «αναγκαστικά» να παίρνει και μία ώρα υπερωρία (για παράδειγμα να τον στέλνουν για 9 ώρες σε ένα σχολείο αλλά το κενό να είναι 10 ώρες).
Το ΥΠΑΙΘΑ και οι υπηρεσίες του διαρρέουν το γνωστό αφήγημα για την ορθολογική διαχείριση του προσωπικού, για το τελείωμα των ΕΣΠΑ, για την «ανάγκη οι εκπαιδευτικοί να βοηθήσουν το σχολείο και τα παιδιά» και αποκρύπτουν το γεγονός ότι επιβάλλουν υπερωρίες σε εκπαιδευτικούς που τους έχουν εξαθλιώσει οικονομικά με τους χαμηλούς μισθούς και τους έχουν περικυκλώσει με την κουλτούρα της αξιολόγησης, τις διώξεις και την τρομοκρατία.
Αποκρύπτουν εσκεμμένα ότι οι υπερωρίες σημαίνουν αύξηση του ωραρίου για όσους τις επωμίζονται και μπορεί να προεξαγγέλλουν ταυτόχρονα μια συνολική αύξηση του ωραρίου μας, όπως έγινε το 2013.
Από την άλλη οι συνδικαλιστικές ηγεσίες αλλά ακόμα και αριστερές παρατάξεις ακολουθούν την προσφιλή τους τακτική ρίχνοντας «το μπαλάκι» στους συναδέλφους.
ΟΛΜΕ ΔΟΕ αρκούνται μόνο (και αυτό υπό καθεστώς πιέσεων) να κηρύσσουν στάσεις εργασίας ώστε οι συνάδερφοι να μην μπαίνουν στην τάξη την ώρα της υπερωρίας και να μην πληρώνονται την υπερωριακή απασχόληση.
Αυτό είναι μία λύση αλλά και αυτό καταλήγει να αποτελεί στο εσωτερικό της σχολικής μονάδας «ατομικό δρόμο» για τον συνάδερφο και δεν λύνει αλλά διαιωνίζει τα κενά στα σχολεία.
Όπως απάντηση δεν είναι να κάνουν παρατάξεις εκκλήσεις στους Διευθυντές σχολικών μονάδων να μην αναθέτουν υπερωρίες στους συναδέλφους, επειδή οι Διευθυντές υπακούουν μάλλον στις επιταγές της Διοίκησης ή και δεν έχουν πρόβλημα να τις αναθέτουν.
Ούτε, βέβαια, είναι απάντηση να εστιάζουν στη χαμηλή αμοιβή της υπερωρίας ή να αντιτίθενται μόνο στις «υποχρεωτικές υπερωρίες» (δηλαδή σε αυτές που αναθέτει ο διευθυντής), λες και δεν υπάρχουν άλλοι μέθοδοι πειθαναγκασμού από τη διοίκηση ή υπονοώντας ανοικτά ότι οι συνάδερφοι που «θέλουν» ας τις παίρνουν.
Για τις Αγωνιστικές Κινήσεις Εκπαιδευτικών οι υπερωρίες:
ξεκάθαρα συνιστούν πτυχή της επίθεσης που έχει εξαπολυθεί συστημικά εναντίον μας
επιδεινώνουν τις εργασιακές μας σχέσεις γιατί οι ώρες διδασκαλίας είναι το βασικό κομμάτι της δουλειάς μας και το πιο απαιτητικό.
Δημιουργούν τους όρους για ντε φάκτο αύξηση στο ωράριο, καταργούν θέσεις συναδέλφων αναπληρωτών
μας εθίζουν στη λογική ότι είναι τρόπος αύξησης του μισθού μας, για όποιον αντέχει και μας οδηγεί στην παραίτηση από τη συλλογική διεκδίκηση των πραγματικών και αναγκαίων μισθολογικών αυξήσεων.
είναι παράγωγο της επιβολής της αξιολόγησης υποταγής-πειθάρχησης, που θέλει να μας εξαναγκάζει να δεχόμαστε ό,τι μας ζητούν. Με αυτή την έννοια είναι επίπλαστη η διαφοροποίηση ότι άλλοι «θέλουν» τις υπερωρίες και σ’ άλλους ανατίθενται υποχρεωτικά. Όλοι εξαναγκάζονται κι αυτό που πραγματικά θέλουν είναι ανθρώπινο ωράριο και αυξήσεις στους μισθούς.
τέλος αφορούν και στους μαθητές, καθώς οι συνθήκες εργασίας οι δικές μας αποτελούν συνθήκες μάθησης και για τους μαθητές.
ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΩΡΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
ΜΟΝΙΜΟΙ ΜΑΖΙΚΟΙ ΔΙΟΡΙΣΜΟΙ-ΜΟΝΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΩΝ
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΑΥΞΗΣΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΜΙΣΘΟΥΣ ΠΟΥ ΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΤΙΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΜΑΣ
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Δίπλωμα οδήγησης: Ποιοι πρέπει να το παραδώσουν άμεσα
Μειώσεις στη στρατιωτική θητεία: Πόσους μήνες θα υπηρετούν οι φαντάροι με τον νέο νόμο
Ευαγγελία Ασημακοπούλου