Κάθε φορά που ένα παιδί ή ένας έφηβος εμπλέκεται σε πράξη βίας, η δημόσια συζήτηση ξεκινά από το τέλος. Από το περιστατικό. Από το σοκ. Από την ανάγκη να αποδοθεί ευθύνη γρήγορα και απλουστευτικά. «Πού ήταν οι γονείς;», «τι κάνει το σχολείο;», «τι συμβαίνει με τα παιδιά σήμερα;».
Η ανήλικη παραβατικότητα, όμως, δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Δεν είναι κεραυνός εν αιθρία ούτε αποτέλεσμα μιας «κακής στιγμής». Είναι η κατάληξη μιας μακράς διαδρομής στην οποία η πρόληψη απουσίαζε συστηματικά. Ένα παιδί δεν ξυπνά ένα πρωί βίαιο. Η επιθετική συμπεριφορά, η παραβατικότητα, η διάρρηξη των ορίων δεν είναι χαρακτήρας∙ είναι σύμπτωμα. Σύμπτωμα ενός ελλείμματος σχέσης, πλαισίου και σταθερότητας. Κι όμως, στον δημόσιο λόγο, το φαινόμενο συχνά αποδίδεται είτε σε «κακή ανατροφή» είτε σε μια γενικευμένη ηθική παρακμή της νέας γενιάς. Αυτές οι ερμηνείες μπορεί να καθησυχάζουν, αλλά δεν εξηγούν τίποτα.
Η ανήλικη παραβατικότητα δεν γεννιέται στο κενό. Αναπτύσσεται εκεί όπου λείπει η έγκαιρη παρουσία ενηλίκων, η σαφήνεια ρόλων και η αίσθηση ασφάλειας. Είναι αποτέλεσμα μιας αλυσίδας απουσιών: οικογενειακών, εκπαιδευτικών, θεσμικών. Συχνά μεταφέρουμε όλο το βάρος στην οικογένεια ή το σχολείο, σαν να πρόκειται για μεμονωμένες αποτυχίες. Αυτό όμως μας απαλλάσσει από τη συλλογική ευθύνη. Γιατί η ανήλικη παραβατικότητα δεν είναι απλώς παιδαγωγικό ζήτημα∙ είναι κοινωνικός δείκτης αποτυχίας στην πρόληψη.
Εδώ προκύπτει το πραγματικό δίλημμα: πρόληψη ή καταστολή. Η πρόληψη κοστίζει. Κοστίζει χρόνο, εκπαίδευση, ανθρώπινο δυναμικό, σταθερές πολιτικές. Κοστίζει γιατί απαιτεί να επενδύσουμε πριν υπάρξει το «θέμα». Η καταστολή, όμως, κοστίζει πολύ περισσότερο. Κοστίζει σε ανθρώπινες ζωές, σε κοινωνική συνοχή, σε παιδιά που στιγματίζονται νωρίς ως «πρόβλημα» και μαθαίνουν να ταυτίζονται με αυτόν τον ρόλο.Κι όμως, ως κοινωνία, επιλέγουμε συχνά την καταστολή. Είναι πιο εύκολη πολιτικά και πιο γρήγορη επικοινωνιακά. Η πρόληψη δεν κάνει θόρυβο. Δεν έχει εικόνα. Δεν αποδίδει άμεσα. Αλλά είναι η μόνη βιώσιμη απάντηση.
Το σχολείο, σε αυτό το πλαίσιο, καλείται συχνά να λειτουργήσει ως τελευταίο ανάχωμα. Να διαχειριστεί ό,τι δεν προηγήθηκε. Χωρίς επαρκή υποστήριξη, χωρίς σταθερές δομές, χωρίς συνεχή επιμόρφωση. Οι εκπαιδευτικοί δεν είναι ούτε θεραπευτές, ούτε ανακριτές. Είναι όμως οι πρώτοι που βλέπουν τα σημάδια: την απόσυρση, την επιθετικότητα, την απώλεια ορίων, τη σιωπηλή παραίτηση. Όταν το σχολείο περιορίζεται στη διαχείριση συμπεριφορών και όχι στη δημιουργία σχέσης, η πρόληψη χάνεται.
Στον δημόσιο λόγο μιλάμε συχνά για «έλλειψη ορίων». Πολύ σπανιότερα μιλάμε για έλλειψη παρουσίας. Όρια χωρίς σχέση δεν λειτουργούν. Κανόνες χωρίς ασφάλεια γίνονται αυθαίρετοι. Και η αυθαιρεσία γεννά αντίδραση. Τα παιδιά δεν δοκιμάζουν τα όρια επειδή είναι «δύσκολα». Τα δοκιμάζουν για να δουν αν υπάρχει κάποιος εκεί. Αν υπάρχει σταθερότητα. Αν υπάρχει ενήλικος που αντέχει. Η παραβατικότητα, πολλές φορές, είναι μια κραυγή: «με βλέπει κανείς;».
Επομένως, αν θέλουμε πραγματικά να μιλήσουμε για μείωση της ανήλικης παραβατικότητας, η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται σε ποινές και τιμωρίες. Χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουμε τι θεωρούμε επένδυση. Επένδυση είναι η έγκαιρη υποστήριξη οικογενειών, η σταθερή παρουσία συμβουλευτικών δομών στο σχολείο, η εκπαίδευση των ενηλίκων στη διαχείριση σχέσεων και όχι μόνο συμπεριφορών.
Η πρόληψη δεν είναι θεωρία. Είναι πράξη. Και είναι πολιτική επιλογή. Γιατί τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν τα παιδιά σήμερα είναι πιο βίαια. Το ερώτημα είναι αν οι ενήλικες είμαστε αρκετά παρόντες, εκπαιδευμένοι και πρόθυμοι να αναλάβουμε την ευθύνη πριν η βία γίνει η μόνη γλώσσα που απέμεινε.
*Δρ. Μήνα Κούκου
Διδάσκουσα στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του ΕΚΠΑ
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Το απλό βήμα που πρέπει να κάνετε πάντα στο μπρόκολο πριν το μαγείρεμα
«Κάλτσα»: Πώς λέγεται στα ελληνικά;
Γιατί δεν πρέπει να ξεφορτώνεστε τα γρατζουνισμένα πιάτα σας