Μπορεί σήμερα να λέμε «γάντι» και να μην του δίνουμε δεύτερη σκέψη, όμως κάποτε η ελληνική γλώσσα είχε τον δικό της όρο για το ίδιο αξεσουάρ: «χειρόκτιο». Λέξη παλαιά, σχεδόν λησμονημένη, μα βαθιά ελληνική — και αποκαλυπτική για τον τρόπο με τον οποίο παλαιότερες κοινωνίες αντιλαμβάνονταν τη σχέση ανάμεσα στο σώμα και το ένδυμα.
Το «χειρόκτιο» —δηλαδή κάτι που "κτίζεται", ντύνεται ή καλύπτεται με τα χέρια— αναφέρεται στο γάντι. Ένας όρος σύνθετος, που φέρει τις ρίζες του στη λέξη χείρ (χέρι) και το ρήμα κτίζω, με τη σημασία του «καλύπτω» ή «κατασκευάζω».
Η σύγχρονη λέξη γάντι, αντίθετα, είναι δάνειο από τα γαλλικά (gant), που επικράτησε ευρέως στη Νεότερη Ελληνική, όπως συνέβη με αρκετούς όρους ενδυμασίας και καθημερινής χρήσης.
Το «χειρόκτιο» αποτελεί μια γλωσσική μαρτυρία μιας άλλης εποχής — τότε που οι λέξεις δημιουργούνταν για να περιγράψουν την πραγματικότητα με ακρίβεια, χρησιμοποιώντας ελληνικά δομικά υλικά. Και παρότι έχει πια παραχωρήσει τη θέση του στην ξενόφερτη εκδοχή, συνεχίζει να υπάρχει ως ένα μικρό παράθυρο στον γλωσσικό και πολιτισμικό πλούτο του παρελθόντος.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Alfavita Newsroom