Νωδός σημαίνει: χωρίς δόντια, φαφούτης
π.χ. «Εμφανίστηκε ένα μεγάλης ηλικίας άτομο, που ήταν και νωδός, έτσι κανείς δεν καταλάβαινε τι λέει»
π.χ. «Χαρακτηριστικό των νωδών είναι η δυσκολία στην προφορά ορισμένων φθόγγων»
Ετυμολογία : αρχαία λέξη νωδός < στερητ. νη- [όπως νηνεμία] + ὀδούς, ὀδόντος [το ο τού ὀδούς «δόντι» ετράπη σε ω- λόγω τής συνθέσεως, όπως ἀνωφελής < ἀν- + ὄφελος,ἐπώνυμος < ἐπί + ὄνυμα]
Επίθετο
νωδός, -ή, -ό
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Πώς λέγεται το «βίντεο» στα ελληνικά;
Επιστροφή ενοικίου: Ποιοι εκπαιδευτικοί εισπράττουν έως 2.850 ευρώ χωρίς αίτηση
Λογαριασμοί ρεύματος 2026: Πώς θα πάρετε έκπτωση έως 70% με μία αίτηση
Alfavita Newsroom