Νωδός σημαίνει: χωρίς δόντια, φαφούτης
π.χ. «Εμφανίστηκε ένα μεγάλης ηλικίας άτομο, που ήταν και νωδός, έτσι κανείς δεν καταλάβαινε τι λέει»
π.χ. «Χαρακτηριστικό των νωδών είναι η δυσκολία στην προφορά ορισμένων φθόγγων»
Ετυμολογία : αρχαία λέξη νωδός < στερητ. νη- [όπως νηνεμία] + ὀδούς, ὀδόντος [το ο τού ὀδούς «δόντι» ετράπη σε ω- λόγω τής συνθέσεως, όπως ἀνωφελής < ἀν- + ὄφελος,ἐπώνυμος < ἐπί + ὄνυμα]
Επίθετο
νωδός, -ή, -ό
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Γιατί τα Ταμεία σούπερ μάρκετ αργούν σκόπιμα;
«Αποκάλεσαν μαθητές "ζώα" και "μηδενικά"»: Σοκαριστικές καταγγελίες γονέων για Πειραματικό Λύκειο
Παν.Αιγαίου: Νέα Μοριοδοτούμενα σεμινάρια για Εκπαιδευτικούς με Υποτροφίες έως 5/2
Alfavita Newsroom