Νωδός σημαίνει: χωρίς δόντια, φαφούτης
π.χ. «Εμφανίστηκε ένα μεγάλης ηλικίας άτομο, που ήταν και νωδός, έτσι κανείς δεν καταλάβαινε τι λέει»
π.χ. «Χαρακτηριστικό των νωδών είναι η δυσκολία στην προφορά ορισμένων φθόγγων»
Ετυμολογία : αρχαία λέξη νωδός < στερητ. νη- [όπως νηνεμία] + ὀδούς, ὀδόντος [το ο τού ὀδούς «δόντι» ετράπη σε ω- λόγω τής συνθέσεως, όπως ἀνωφελής < ἀν- + ὄφελος,ἐπώνυμος < ἐπί + ὄνυμα]
Επίθετο
νωδός, -ή, -ό
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
ΑΣΕΠ: Προ των πυλών τρεις νέοι διαγωνισμοί με 5.200 θέσεις
Νέο market pass για 40 ευρώ κάθε μήνα χωρίς αίτηση
Προκηρύξεις εκπαιδευτικών 2026: Πώς θα δεις πρώτος τους πίνακες μέσω google
Alfavita Newsroom