Η νέα περίοδος διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης αναμένεται να ξεκινήσει επιβαρυμένη με αυξημένο κόστος για τα νοικοκυριά, καθώς οι πιέσεις στην ενεργειακή αγορά παραμένουν έντονες. Ο πρόεδρος των πρατηριούχων Αττικής, Νίκος Παπαγεωργίου, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου ενόψει του χειμώνα, εκφράζοντας την έντονη ανησυχία του για την πορεία των τιμών. Η παρατεταμένη διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων διεθνώς έχει δημιουργήσει ένα καθεστώς διαρκούς αβεβαιότητας, το οποίο μετακυλίεται άμεσα στην κατανάλωση και ακυρώνει κάθε προσδοκία για σύντομη αποκλιμάκωση.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των εκπροσώπων του κλάδου, οι τιμές των καυσίμων και ειδικότερα της αμόλυβδης βενζίνης θα παραμείνουν καθηλωμένες κοντά στα 2 ευρώ το λίτρο τουλάχιστον για το επόμενο τρίμηνο. Στην διαμόρφωση αυτών των υψηλών επιπέδων συμβάλλουν καθοριστικά ο υψηλός Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (ΕΦΚ) και ο ΦΠΑ, σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος μεταφοράς. Οι παράγοντες αυτοί δημιουργούν έντονες αποκλίσεις μεταξύ των μεγάλων αστικών κέντρων και των νησιωτικών ή απομακρυσμένων ορεινών περιοχών της χώρας, όπου η τελική επιβάρυνση είναι ακόμη μεγαλύτερη.
Παράλληλα, επισημαίνεται η ιδιαίτερη συμπεριφορά της ελληνικής αγοράς, η οποία αντιδρά ταχύτατα στις διεθνείς αναταράξεις. Οι τιμές των διυλισμένων προϊόντων διαμορφώνονται συχνά ανεξάρτητα από τις διακυμάνσεις του αργού πετρελαίου, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται φαινόμενα αυξήσεων στην εγχώρια λιανική ακόμη και όταν οι διεθνείς δείκτες υποχωρούν. Χωρίς τις υφιστάμενες επιδοτήσεις, εκτιμάται ότι το πετρέλαιο κίνησης και η αμόλυβδη θα ξεπερνούσαν ήδη τα 2,05 έως 2,10 ευρώ το λίτρο, επιβεβαιώνοντας ότι οι καταναλωτές πρέπει να είναι προετοιμασμένοι για μια παρατεταμένη περίοδο ακρίβειας.
Στο διεθνές πεδίο, η προσοχή επικεντρώνεται στην κρίσιμη παράμετρο των Στενών του Ορμούζ και στις επιθέσεις στη Διώρυγα του Σουέζ, που δοκιμάζουν τις αντοχές και την επάρκεια της ευρωπαϊκής αγοράς. Όσον αφορά την εγχώρια επάρκεια, η εικόνα είναι πιο καθησυχαστική, καθώς τα ελληνικά διυλιστήρια διαθέτουν την απαιτούμενη ευελιξία και τεχνογνωσία για να ανταπεξέλθουν σε συνθήκες κρίσης. Ωστόσο, το γεγονός ότι πάνω από το 65%-70% της παραγωγής τους εξάγεται υπογραμμίζει την άμεση εξάρτηση της εγχώριας αλυσίδας από τις συνολικές ισορροπίες της παγκόσμιας αγοράς.