Πολιτική επιλογή και όχι υποχρέωση από την ΕΕ ο νόμος για τα κολέγια
Του Πάνου Κατσούλα*

Το τελευταίο διάστημα έχει γίνει αρκετή συζήτηση σε όλα τα μέσα ενημέρωσης για τη νομοθετική ρύθμιση των αποφοίτων των κολεγίων, από την οποία εκτιμώ ότι δεν έχουν αποσαφηνιστεί βασικά ζητήματα, ώστε ο κόσμος να κατανοήσει το θέμα πλήρως και σε όλη του την έκταση. Με την πρόσφατη ρύθμιση ο απόφοιτος ενός κολεγίου 3ετους φοίτησης, που είναι διασυνδεδεμένο με ένα πανεπιστήμιο του εξωτερικού και ο οποίος έχει π.χ. κάποια ειδικότητα εκπ/κού, δεν είναι αναγκαίο να αναγνωρίσει το πτυχίο του στον ΔΟΑΤΑΠ. Δεν χρειάζεται δηλ ν’ αποκτήσει την ακαδημαϊκή ισοτιμία και αντιστοίχιση με τα ελληνικά πτυχία από τον ΔΟΑΤΑΠ! Και τούτο επειδή με την ψήφιση του άρθρου 50 του ν. 4653/2020 αρκεί μια απόφαση αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων ή απόφαση αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλου σπουδών Γθμιας εκπ/σης με συναφή τίτλο σπουδών για κλάδο εκπ/κού, από μία επιτροπή του υπουργείου παιδείας, προκειμένου να μπορεί να εργαστεί τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα. Και αυτή η ισοδυναμία στα κολέγια προσφέρθηκε με τον ν. 4635/2019 του περασμένου Οκτωβρίου. Αν δεν ψηφιζόταν ο νόμος του Οκτωβρίου δε θα μπορούσε να νομοθετηθεί το προαναφερθέν άρθρο 50 επειδή τα κολέγια ως τότε δεν είχαν επαγγελματική ισοδυναμία! Επομένως κανένας απόφοιτος κολεγίου δεν πρόκειται να αναγνωρίσει το πτυχίο του ή και το μεταπτυχιακό του (βλέπε πάλι άρθρο 50 του ίδιου ν. 4653/2020) στον ΔΟΑΤΑΠ αφού του αρκεί η αναγνώριση επαγγελματικών δικαιωμάτων με την οποία μπορεί να κάνει τα πάντα!

Για να δικαιολογηθεί αυτή η νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης προβάλλεται από την πολιτική ηγεσία του υπ. παιδείας η ευρωπαϊκή οδηγία 2005/36/ΕΚ, η οποία όμως δεν συνιστά υποχρέωση. Θα αναφέρω ένα παράδειγμα από την εκπαιδευτική πραγματικότητα: στους εκπαιδευτικούς δίνονται οδηγίες από το Ινστιτούτο Εκπ/κής Πολιτικής (ΙΕΠ) και παλιότερα δίνονταν από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (ΠΙ) για τη διδασκαλία των μαθημάτων, που όμως δεν είναι ποτέ υποχρεωτικές ή εξαναγκαστικές αλλά διευκολυντικές. Αυτό πιστεύω είναι το νόημα της οδηγίας. Τελευταίο και κυριότερο: με βάση το άρθρο 165 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ε.Ε., η οργάνωση του εκπ/κού συστήματος βρίσκεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εκάστοτε κράτους – μέλους. Το άρθρο αυτό στην παραγρ. 1 αναφέρει ότι: «Η Ένωση συμβάλλει στην ανάπτυξη παιδείας υψηλού επιπέδου, ενθαρρύνοντας τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και, αν αυτό απαιτείται, υποστηρίζοντας και συμπληρώνοντας τη δράση τους, σεβόμενη ταυτόχρονα πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος, καθώς και την πολιτιστική και γλωσσική τους πολυμορφία». Η διάταξη αυτή της ΕΕ συνάδει πλήρως με το άρθρο 16 του Ελληνικού Συντάγματος. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι αυτή η νομοθετική πρωτοβουλία είναι αποτέλεσμα πολιτικής βούλησης και όχι υποχρέωσης από την ΕΕ. 

Πάνος Κατσούλας

*Εκπ/κός, Αντιπρόεδρος ΔΣ Β’ ΕΛΜΕ Κορινθίας, Τακτικός αιρετός εκπρόσωπος καθηγητών ΔΕ στο ΠΥΣΔΕ ν. Κορινθίας

σχετικά άρθρα