Μπορούμε να σχεδιάσουμε ένα δημιουργικό και αποτελεσματικό δημόσιο σχολείο;
της Βάλιας Παπαδάκη  και της Αργυρώς Μανούσακα

Οι εκπαιδευτικοί που βιώνουμε τη σημερινή κατάσταση του ελληνικού δημόσιου σχολείου αισθανόμαστε αναμφίβολα ανησυχία και αναρωτιόμαστε για το μέλλον του.  Οι συντάκτριες αυτού του κειμένου έχουμε υπηρετήσει επί πολλά έτη στο Λύκειο και οι σκέψεις που θα διατυπώσουμε αφορούν κυρίως αυτή τη βαθμίδα της εκπαίδευσης.

Είναι γνωστό πως δεν υπήρξε και δεν υπάρχει στη χώρα μας εθνική πολιτική για την εκπαίδευση, αλλά η εκπαιδευτική πολιτική εξαρτάται από τη σκέψη και τη βούληση του εκάστοτε Υπουργού Παιδείας, ο οποίος θεωρεί σκόπιμο να αλλάζει ό,τι έχει θεσμοθετήσει ο προκάτοχός του. Με τη μέθοδο, όμως, αυτή του «ράβε-ξήλωνε» δεν μπορεί να οικοδομηθεί ένα σχολείο αποτελεσματικό, δηλαδή ένα  σχολείο που καλλιεργεί στους μαθητές την αγάπη για τη γνώση, διδάσει συνέπεια, υπευθυνότητα και εργατικότητα, απελευθερώνει τις δυνατότητές τους και τους οδηγεί στην πρόοδο.

Το σημερινό λύκειο είναι ένα σχολείο με πολύ απαιτητικό πρόγραμμα, απέραντη διδακτέα ύλη και πολλά μαθήματα σε κάθε τάξη. Αναφέρουμε ενδεικτικά πως στη Β΄Λυκείου διδάσκονται δεκαοκτώ(!) μαθήματα. Η πληθώρα των μαθημάτων και οι απαιτήσεις των γνωστικών αντικειμένων υπερβαίνουν τις δυνατότητες πολλών από τους μαθητές, οι οποίοι αδυνατούν να ανταποκριθούν στο βαρύ αυτό πρόγραμμα. Παράλληλα, το σύστημα αξιολόγησης είναι χαλαρότατο –σχεδόν δεν υφίσταται- αφού όλοι οι μαθητές, ακόμη και εκείνοι που  και καθόλου δεν προσπάθησαν και ελάχιστα έμαθαν, προάγονται ακώλυτα (με γενικό μέσο όρο 9,5) και λαμβάνουν, τελειώνοντας το τρίτο έτος, απολυτήριο. Με τον τρόπο αυτόν, από το σημερινό λύκειο αποφοιτούν όλοι ανεμπόδιστα, πολλοί, όμως, από αυτούς δεν έχουν κατακτήσει ούτε τις βασικές γνώσεις και δεξιότητες μιας εγκύκλιας παιδείας.

Επιπλέον, το σημερινό λύκειο δε θεωρείται αυτόνομη εκπαιδευτική βαθμίδα που προσφέρει σφαιρική γνώση και γενική καλλιέργεια, αλλά προθάλαμος για τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Τα μαθήματα διαχωρίζονται σε «χρήσιμα « και «άχρηστα», η γνώση παύει να είναι αυτοσκοπός που εξυψώνει τον άνθρωπο, και γίνεται μηχανιστικό και αποστεωμένο εργαλείο παροχής πληροφοριών. Είναι δύσκολο να πεισθούν γονείς και μαθητές πως μορφωμένος είναι ο σφαιρικά καλλιεργημένος άνθρωπος και πως ακόμη και η ειδική γνώση δεν μπορεί να κατακτηθεί παρά μόνο όταν «φυτρώσει» στο έδαφος της γενικής συγκρότησης. Πολύ  συχνά οι μαθητές μας αρχίζουν τα φροντιστήρια στην ύλη των πανελλαδικών εξετάσεων, χωρίς να έχουν κατακτήσει βασικές γνώσεις, όπως τη δυνατότητα να κατανοούν και να γράφουν ένα κείμενο ή να λύνουν απλές ασκήσεις μαθηματικών. Ο επίπονος δε συνδυασμός σχολείου – φροντιστηρίου οδηγεί σε συχνές απουσίες από το πρωινό  σχολικό πρόγραμμα, φαινόμενο που πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις κατά την τελευταία σχολική χρονιά, καθώς με υπουργική απόφαση ο κ. Γαβρόγλου ανέβασε το όριο των επιτρεπόμενων αδικαιολόγητων απουσιών στις 114, που μπορούν να φτάσουν με δικαιολόγηση τις 164, καθιστώντας τη φοίτηση σχεδόν προαιρετική. Ο μαθητής, δηλαδή, του λυκείου γνωρίζει πως θα προαχθεί ακόμη και αν δεν μελετά καθόλου, ακόμη και αν είναι απών 25 ημέρες μέσα στη σχολική χρονιά.

Τελευταίο, αλλά όχι ασήμαντο, που,  κατά τη γνώμη μας, ναρκοθετεί τη μόρφωση των παιδιών, δηλαδή το μέλλον το δικό τους και του τόπου, είναι η απουσία αξιολόγησης  του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων. Σε πρόσφατο νόμο του κ. Γαβρόγλου για την αξιολόγηση των στελεχών της εκπαίδευσης δηλώνεται ρητά ότι «οι μάχιμοι εκπαιδευτικοί δεν αξιολογούνται». Βέβαια, όλες οι κυβερνήσεις, μετά το 1981, ανέβαλλαν διαρκώς τη ρύθμιση αυτού του ζητήματος, γιατί προκαλούσε μεγάλες αντιδράσεις εκ μέρους των εκπαιδευτικών. Καμία, όμως, κυβέρνηση δεν είχε θεσμοθετήσει την κατάργησή της ως αχρείαστης και περιττής. Όμως, κάθε ανθρώπινο έργο πρέπει να αξιολογείται, γιατί διαφορετικά παραμένει στάσιμο. Και η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου είναι αναγκαία, όχι ως πράξη τιμωρητική αλλά υποστηρικτική και ευεργετική για τον δάσκαλο όλων των βαθμίδων, καθώς του επιτρέπει να συνειδητοποιήσει τις ελλείψεις του, να εμπλουτίσει τις γνώσεις του, να βελτιώσει το έργο του και τις σχέσεις του με τους μαθητές του. Η κατάργησή της από την παρούσα κυβέρνηση υπακούει σε μια «αριστερή» αντίληψη περί ισότητας, ενώ πρόκειται για ισοπέδωση και έλλειψη αξιοκρατίας. Μια αληθινά προοδευτική αντίληψη για την εκπαίδευση σήμερα επιβάλλει την αξιοκρατία και την υποστήριξη του δασκάλου, ώστε, επιμορφωνόμενος συνεχώς και αξιολογούμενος, να γίνεται πιο αποτελεσματικός.

Τελειώνοντας, θέλουμε να διευκρινίσουμε πως, παρά τα προβλήματα που εκθέσαμε παραπάνω, συνεχίζουμε να πιστεύουμε στο δημόσιο σχολείο και στον ρόλο του δασκάλου, τον οποίο είμαστε υπερήφανοι που ασκούμε. Και στο σημερινό σχολείο υπάρχουν πολλοί μαθητές που εκτιμούν την προσφορά του, σέβονται το έργο του και αγαπούν αληθινά τη γνώση. Υπάρχουν και πολλοί εκπαιδευτικοί που εργάζονται με ζήλο, προσφέρουν πολύ περισσότερα από όσα υποχρεούνται και εμπνέουν τους μαθητές. Το ζητούμενο είναι η πολιτεία να σχεδιάσει μια  μακρόπνοη, με ευρεία συναίνεση,  εκπαιδευτική πολιτική,  που θα υπηρετεί την αξιοκρατία και όχι την ισοπέδωση και θα προσφέρει στους μαθητές αληθινή παιδεία και όχι απλώς ακώλυτη προαγωγή.

                                                Βάλια Παπαδάκη  -  Αργυρώ Μανούσακα

                                                εκπαιδευτικοί του 1ου Λυκείου Ρεθύμνου

σχετικά άρθρα