Με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των Πανελλαδικών επανέρχεται κάθε χρόνο το ίδιο σκηνικό: συζητήσεις για την άνοδο ή την πτώση των βάσεων, ευχές προς τους επιτυχόντες, παραινέσεις προς όσους δεν τα κατάφεραν και η γνωστή διαβεβαίωση ότι οι εξετάσεις δεν καθορίζουν τη ζωή των νέων. Πίσω όμως από αυτή την εικόνα κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα: ο αποκλεισμός 32.910 υποψηφίων από την τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΥΠΑΙΘΑ, οι υποψήφιοι όλων των κατηγοριών ανήλθαν σε 96.519, ενώ οι επιτυχόντες ήταν 63.609. Αυτό σημαίνει ότι περισσότεροι από ένας στους τρεις έμειναν εκτός ΑΕΙ.
Την ίδια στιγμή δεκάδες πανεπιστημιακά τμήματα παραμένουν με μεγάλο αριθμό κενών θέσεων. Η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ) απέκλεισε περισσότερες από 11.200 διαθέσιμες θέσεις, δημιουργώντας το παράδοξο να υπάρχουν ταυτόχρονα χιλιάδες αποκλεισμένοι υποψήφιοι και χιλιάδες άδεια αμφιθέατρα.
Πίσω από αυτούς τους αριθμούς δεν βρίσκονται απλώς «αποτυχίες». Βρίσκονται χιλιάδες νέοι που καλούνται να σηκώσουν ατομικά το βάρος μιας αποτυχίας που έχει έντονα κοινωνικά και πολιτικά χαρακτηριστικά. Η περίφημη «δικαίωση των κόπων» αφορά μόνο όσους περνούν το κατώφλι της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Για πολλούς άλλους, ιδιαίτερα όσους προέρχονται από λαϊκές οικογένειες ή από απομακρυσμένες περιοχές, οι κόποι τους συγκρούονται με τους ταξικούς φραγμούς του εκπαιδευτικού συστήματος.
Η ταξική λαιμητόμος της ΕΒΕ
Η δημοσιοποίηση των βάσεων εισαγωγής αποτυπώνει κάθε χρόνο τις συνέπειες της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, η οποία εφαρμόζεται από το 2021. Η ΕΒΕ προστέθηκε ως ένας ακόμη μηχανισμός αποκλεισμού, ιδιαίτερα για τους μαθητές των οικονομικά ασθενέστερων στρωμάτων.
Για κάθε επιστημονικό πεδίο υπολογίζεται ένας μέσος όρος επιδόσεων και κάθε τμήμα επιλέγει συντελεστή, συνήθως από 0,80 έως 1,20. Όποιος δεν καλύπτει την απαιτούμενη ΕΒΕ δεν μπορεί να δηλώσει το συγκεκριμένο τμήμα, ακόμη κι αν υπάρχουν κενές θέσεις. Έτσι, ένας υποψήφιος αποκλείεται από επιλογές που θα μπορούσαν να του προσφέρουν μια θέση στην ανώτατη εκπαίδευση, ενώ πολλά περιφερειακά τμήματα οδηγούνται σε μαρασμό λόγω ελάχιστων εισακτέων.
Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: οι αποκλεισμοί αυξάνονται και οι κενές θέσεις πολλαπλασιάζονται. Το 2021, πρώτη χρονιά εφαρμογής της ΕΒΕ, έμειναν κενές περίπου 17.000 θέσεις. Συνολικά, την περίοδο 2021-2026 οι κενές θέσεις ξεπέρασαν τις 72.400, αριθμός που αντιστοιχεί σε περισσότερα από τρία πανεπιστήμια μεγέθους Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Πανεπιστημίου Αιγαίου ή Ιονίου Πανεπιστημίου.
Στα Γενικά Λύκεια ο βασικός παράγοντας αποκλεισμού είναι η ίδια η ΕΒΕ και όχι οι τελικές βάσεις των σχολών. Στα ΕΠΑΛ, αντίστοιχα, ο αποκλεισμός συνδέεται τόσο με την ΕΒΕ όσο και με τον περιορισμένο αριθμό διαθέσιμων θέσεων. Έτσι δημιουργείται το παράδοξο να υπάρχουν ταυτόχρονα δεκάδες χιλιάδες αποκλεισμένοι υποψήφιοι και δεκάδες χιλιάδες κενές θέσεις, ενώ αρκετά περιφερειακά τμήματα αδυνατούν να λειτουργήσουν κανονικά.
Παράλληλα, μετά από έξι χρόνια εφαρμογής της ΕΒΕ αποδεικνύεται ότι δεν αποκλείστηκαν μόνο οι υποψήφιοι με πολύ χαμηλές βαθμολογίες. Σε αρκετές περιπτώσεις αποκλείστηκαν και μαθητές με μέσους όρους από 8 έως και πάνω από 14, επειδή δεν πληρούσαν το όριο της ΕΒΕ συγκεκριμένων τμημάτων. Έτσι καταρρίπτεται το επιχείρημα ότι το μέτρο αφορά αποκλειστικά όσους συγκέντρωναν εξαιρετικά χαμηλές επιδόσεις.
Το «Εθνικό Απολυτήριο» και οι νέοι φραγμοί
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η εξαγγελία για το λεγόμενο «Εθνικό Απολυτήριο». Αντί να περιορίζει τον εξεταστικό χαρακτήρα του Λυκείου, φαίνεται να επεκτείνει τις πανελλαδικού τύπου εξετάσεις σε όλες τις τάξεις.
Σε συνδυασμό με την Τράπεζα Θεμάτων και την ΕΒΕ διαμορφώνεται ένα σχολείο διαδοχικών εξεταστικών φραγμών, όπου οι μορφωτικές ανισότητες διευρύνονται και η πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη για τους οικονομικά ασθενέστερους. Το βάρος μεταφέρεται όλο και περισσότερο στον μαθητή και την οικογένειά του, ενώ ενισχύεται ο ρόλος της ιδιωτικής εκπαίδευσης, των κολεγίων και της παραπαιδείας.
Όταν, τέλος, οι νέοι καλούνται να ξεκινήσουν τη ζωή τους μέσα σε ένα περιβάλλον χαμηλών μισθών, στεγαστικής κρίσης και εργασιακής ανασφάλειας, οι περίφημοι «πολλοί δρόμοι» που προβάλλονται ως εναλλακτικές δεν είναι ίδιοι για όλους. Άλλοι ξεκινούν με προνόμια και οικονομική στήριξη, ενώ άλλοι συναντούν από την πρώτη κιόλας εκπαιδευτική διαδρομή εμπόδια που δύσκολα μπορούν να ξεπεράσουν.