Κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, οι Πανελλαδικές Εξετάσεις ξεκινούν με το μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας. Και ίσως δεν είναι τυχαίο. Είναι ένα μάθημα που κουβαλά κάτι περισσότερο από γνώσεις. Κουβαλά σκέψη, κρίση, ερμηνεία, προσωπική στάση απέναντι στον λόγο και στα κείμενα. Δεν ζητά μόνο να θυμηθείς. Ζητά να σκεφτείς, να οργανώσεις ιδέες, να επιχειρηματολογήσεις, να σταθείς απέναντι σε ένα λογοτεχνικό απόσπασμα και να συνομιλήσεις μαζί του.
Και ακριβώς εκεί αρχίζει και η μεγάλη δυσκολία. Γιατί η Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία δεν είναι ένα μάθημα με απόλυτα «κλειστές» απαντήσεις. Δεν λειτουργεί όπως τα Μαθηματικά ή η Φυσική, όπου συνήθως υπάρχει ένα σαφές αποτέλεσμα, μια συγκεκριμένη μεθοδολογία, μια απάντηση που είτε είναι σωστή είτε λανθασμένη. Στο μάθημα του λόγου, τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Δύο μαθητές μπορεί να προσεγγίσουν διαφορετικά το ίδιο θέμα, να επιχειρηματολογήσουν με διαφορετικό τρόπο και παρ’ όλα αυτά και οι δύο να έχουν ουσιαστικά δουλέψει σοβαρά και δημιουργικά.
Αυτό όμως σημαίνει ότι στη διαδικασία της αξιολόγησης παρεμβάλλεται αναπόφευκτα ο ανθρώπινος παράγοντας.
Ο βαθμολογητής δεν διορθώνει μόνο λέξεις. Διαβάζει σκέψη. Κρίνει συνοχή, ύφος, επιχειρηματολογία, γλωσσική επάρκεια, ερμηνευτική προσέγγιση. Και όσο κι αν υπάρχουν οδηγίες, βαθμολογικά κριτήρια και κοινές κατευθύνσεις, η αξιολόγηση ενός γραπτού λόγου δεν μπορεί ποτέ να γίνει απολύτως μηχανικά.
Ίσως γι’ αυτό το συγκεκριμένο μάθημα γεννά κάθε χρόνο τη μεγαλύτερη ανασφάλεια στους υποψηφίους.
Πανελλαδικές και υποκειμενικότητα: Η δύσκολη εξίσωση της Νεοελληνικής Γλώσσας
Μετά την εξέταση των Μαθηματικών, πολλοί μαθητές έχουν μια σχετικά σαφή εικόνα για την επίδοσή τους. Ξέρουν περίπου πού δυσκολεύτηκαν, τι υπολόγισαν σωστά, τι ίσως έχασαν. Στη Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία όμως, η πιο συνηθισμένη απάντηση στο ερώτημα «πώς έγραψες;» είναι ένα αβέβαιο «δεν ξέρω». Και αυτό το «δεν ξέρω» είναι ίσως το πιο ψυχοφθόρο κομμάτι της διαδικασίας.
Γιατί ο μαθητής δεν αγωνιά μόνο για το τι έγραψε, αλλά και για το πώς θα διαβαστεί αυτό που έγραψε. Αναρωτιέται αν η προσέγγισή του θα θεωρηθεί εύστοχη ή εκτός πλαισίου, αν η ανάπτυξη των ιδεών του θα κριθεί επαρκής ή ελλιπής, αν μια πιο προσωπική σκέψη θα εκτιμηθεί ως δημιουργική ή θα αντιμετωπιστεί ως απόκλιση από το «ασφαλές» πρότυπο.
Κι εδώ βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις του ίδιου του εκπαιδευτικού συστήματος.
Το σχολείο θεωρητικά διδάσκει στα παιδιά να σκέφτονται ελεύθερα, να αναπτύσσουν κρίση, να διαμορφώνουν προσωπική άποψη. Όταν όμως αυτή η δημιουργική διαδικασία μεταφέρεται στις Πανελλαδικές, συχνά πολλοί μαθητές αισθάνονται ότι πρέπει να περιορίσουν αυτή την ελευθερία για να προστατευτούν βαθμολογικά. Να γράψουν «όπως πρέπει», να κινηθούν σε γνώριμες φόρμες, να μην πάρουν ερμηνευτικά ρίσκα.
Έτσι δημιουργείται το παράδοξο ενός μαθήματος που υποτίθεται ότι αξιολογεί τη σκέψη, αλλά πολλές φορές επιβραβεύει κυρίως την προσαρμογή σε συγκεκριμένα πρότυπα γραφής.
Η πειραματική βαθμολόγηση και το δύσκολο στοίχημα της δικαιοσύνης
Κι όμως, το ίδιο το σύστημα γνωρίζει αυτή τη δυσκολία. Γι’ αυτό και έχει δημιουργήσει μια σειρά ασφαλιστικών δικλείδων ώστε να περιοριστεί όσο γίνεται η υποκειμενικότητα.
Λίγοι γνωρίζουν, για παράδειγμα, ότι πριν ακόμη ξεκινήσει η κανονική διόρθωση των γραπτών πραγματοποιείται η λεγόμενη πειραματική βαθμολόγηση. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σημαντικό στάδιο, κατά το οποίο οι βαθμολογητές εξετάζουν ενδεικτικά γραπτά, συζητούν διαφορετικές προσεγγίσεις και ευθυγραμμίζονται με τα κριτήρια αξιολόγησης. Όπου υπάρχουν ασάφειες ή διαφορετικές ερμηνείες, ζητούνται διευκρινίσεις από την Κεντρική Επιτροπή Εξετάσεων.
Ο στόχος είναι σαφής: να μη διορθώνονται τα γραπτά με διαφορετικά «μέτρα και σταθμά».
Στη συνέχεια κάθε γραπτό διορθώνεται από δύο διαφορετικούς βαθμολογητές, οι οποίοι εργάζονται ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο. Ο πρώτος δεν γνωρίζει τι έχει βάλει ο δεύτερος και ο δεύτερος δεν γνωρίζει τη βαθμολογία του πρώτου. Αν η απόκλιση ξεπεράσει το προβλεπόμενο όριο, τότε ενεργοποιείται ο τρίτος βαθμολογητής, ο αναβαθμολογητής.
Η ύπαρξη αυτού του μηχανισμού αποτελεί ουσιαστικά μια έμμεση παραδοχή ότι στα μαθήματα λόγου η αξιολόγηση δεν μπορεί να είναι απολύτως ταυτόσημη. Γιατί ακόμη και δύο έμπειροι εκπαιδευτικοί, με κοινά κριτήρια και σοβαρότητα, μπορεί να διαβάσουν διαφορετικά το ίδιο γραπτό.
Και αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάποιος από τους δύο κάνει λάθος. Ο ένας ίσως δώσει μεγαλύτερη σημασία στη δομή και στη γλωσσική ακρίβεια. Ένας άλλος να σταθεί περισσότερο στην ουσία των ιδεών ή στην πρωτοτυπία της σκέψης. Κάποιος να είναι αυστηρότερος στην ανάπτυξη επιχειρημάτων και κάποιος άλλος πιο ανοιχτός σε μια δημιουργική προσέγγιση.
Η ανθρώπινη κρίση δεν μπορεί να εξαφανιστεί από ένα τέτοιο μάθημα. Και ίσως τελικά δεν πρέπει να εξαφανιστεί πλήρως. Γιατί όταν αξιολογείς λόγο, δεν αξιολογείς μόνο πληροφορίες. Αξιολογείς τρόπο σκέψης.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η συζήτηση πρέπει να σταματά εκεί. Αντίθετα, η εκπαιδευτική κοινότητα οφείλει διαρκώς να αναζητά τρόπους βελτίωσης: πιο σαφή βαθμολογικά κριτήρια, καλύτερη επιμόρφωση βαθμολογητών, συστηματική παρακολούθηση αποκλίσεων, μεγαλύτερη διαφάνεια στη διαδικασία.
Γιατί όταν ένα μάθημα μπορεί να καθορίσει σχολές, όνειρα, οικογενειακούς σχεδιασμούς και ολόκληρες διαδρομές ζωής, το ερώτημα της δικαιοσύνης δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια. Είναι βαθιά παιδαγωγικό. Και βαθιά ανθρώπινο.
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
Πανελλήνιες 2026: Θέματα, Λύσεις, Αποτελέσματα και Bάσεις στο google
Κατσαρίδες στο σπίτι: Τα φυτά που «υπόσχονται» φυσική απώθηση
Χρήστος Κάτσικας