Σοκ προκαλούν τα επίσημα στοιχεία του ευρωπαϊκού δικτύου EuroMOMO, τα οποία αποκαλύπτουν ότι περισσότεροι από 10.000 επιπλέον θάνατοι καταγράφηκαν στη δυτική Ευρώπη κατά τη διάρκεια του πρωτοφανούς καύσωνα στα τέλη Ιουνίου. Η συντριπτική πλειονότητα των θυμάτων, δηλαδή πάνω από 9.000 άνθρωποι, αφορούσε πολίτες ηλικίας 65 ετών και άνω, επιβεβαιώνοντας ότι οι ηλικιωμένοι αποτελούν την πλέον ευάλωτη κοινωνική ομάδα απέναντι στην ακραία ζέστη.
Οι ειδικοί του δικτύου, το οποίο υποστηρίζεται από τον ΠΟΥ και το ECDC, χαρακτήρισαν αυτή την υπερβάλλουσα θνησιμότητα ως απόλυτα ασυνήθιστη για την εποχή, ξεκαθαρίζοντας πως δεν υπήρχε κανένας άλλος επιβαρυντικός παράγοντας (όπως έξαρση της COVID-19) που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τους 10.650 επιπλέον θανάτους μέσα σε μία μόνο εβδομάδα. Η φονική αυτή θερμική έξαρση προκάλεσε παράλληλα σοβαρά προβλήματα στις υποδομές, μπλακάουτ στην ηλεκτροδότηση και κλείσιμο σχολείων, με τη Γαλλία και το Βέλγιο να καταγράφουν «πολύ υψηλή» υπερβάλλουσα θνησιμότητα.
Από την πλευρά της, η επιστημονική κοινότητα κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας ότι ο συγκεκριμένος καύσωνας θα ήταν «σχεδόν αδύνατο» να συμβεί χωρίς την ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή, η οποία καθιστά αυτά τα φαινόμενα συχνότερα και πολύ πιο έντονα. Η ακραία ζέστη δρα ως καταλύτης, προκαλώντας είτε απευθείας μοιραία επεισόδια θερμοπληξίας είτε ραγδαία επιδείνωση προϋπαρχόντων καρδιαγγειακών και αναπνευστικών νοσημάτων.
Ενδεικτικά της κατάστασης είναι και τα ευρήματα ξεχωριστής βρετανικής μελέτης από κορυφαία ιδρύματα, όπως το Imperial College London, σύμφωνα με τα οποία 2.700 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε Αγγλία και Ουαλία από αιτίες σχετιζόμενες με τη ζέστη τον Μάιο και τον Ιούνιο. Μάλιστα, οι επιστήμονες υπολόγισαν ότι το 42% αυτών των θανάτων αποδίδεται άμεσα στην πρόσθετη θερμότητα που δημιουργεί η γενικότερη υπερθέρμανση του πλανήτη, υπογραμμίζοντας τις άμεσες και θανατηφόρες συνέπειες της κλιματικής κρίσης στην ανθρώπινη υγεία.