Μια ανακάλυψη που συνδυάζει την αρχαιολογική αξία με το ιστορικό μυστήριο ήρθε στο φως στο βόρειο Ισραήλ, όπου αρχαιολόγοι εντόπισαν δύο εξαιρετικά διατηρημένες μαρμάρινες προτομές ηλικίας περίπου 1.700 ετών σε ένα σημείο όπου κανείς δεν θα περίμενε να τις βρει: στον πυθμένα μιας εγκαταλελειμμένης δεξαμενής συλλογής κρασιού.
Τα γλυπτά βρέθηκαν αναποδογυρισμένα μέσα σε ρωμαϊκό-βυζαντινό πατητήρι κοντά στην περιοχή της Μπινιαμίνα, προκαλώντας έκπληξη στους ερευνητές τόσο για την άριστη κατάσταση διατήρησής τους όσο και για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχαν τοποθετηθεί εκεί.
Το ενδιαφέρον γίνεται ακόμη μεγαλύτερο από το γεγονός ότι η μία προτομή φέρει χαραγμένη ελληνική επιγραφή με το όνομα «Λυκούργος», παραπέμποντας σε μία από τις πλέον εμβληματικές μορφές της αρχαιότητας. Οι ειδικοί εξετάζουν εάν πρόκειται για αναφορά στον θρυλικό νομοθέτη της Σπάρτης ή στον Αθηναίο πολιτικό και ρήτορα του 4ου αιώνα π.Χ., χωρίς προς το παρόν να μπορούν να καταλήξουν σε ασφαλές συμπέρασμα.
Η ανακάλυψη πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια σωστικής ανασκαφής που διενεργήθηκε στο πλαίσιο μεγάλου έργου υποδομών στην περιοχή. Σύμφωνα με την Αρχή Αρχαιοτήτων του Ισραήλ, οι προτομές δεν βρέθηκαν στη φυσική τους θέση, αλλά φαίνεται πως μεταφέρθηκαν και τοποθετήθηκαν σκόπιμα μέσα στη δεξαμενή αφού το πατητήρι είχε πλέον εγκαταλειφθεί.
Αυτό ακριβώς το στοιχείο είναι που προβληματίζει περισσότερο τους αρχαιολόγους. Αντί να βρεθούν θραυσμένες ή χρησιμοποιημένες ως οικοδομικό υλικό, όπως συχνά συμβαίνει σε αντίστοιχες περιπτώσεις, οι δύο προτομές ήταν σχεδόν ανέπαφες. Η εικόνα αυτή υποδηλώνει μια συνειδητή πράξη απόκρυψης ή αποθήκευσης, τα κίνητρα της οποίας παραμένουν άγνωστα.
Η παρουσία του ονόματος «Λυκούργος» προσθέτει μια ακόμη διάσταση στο εύρημα. Οι ρωμαϊκές ελίτ της ανατολικής Μεσογείου συνήθιζαν να διακοσμούν τις κατοικίες και τα δημόσια κτίρια με αγάλματα και προτομές προσωπικοτήτων της ελληνικής ιστορίας και φιλοσοφίας, προβάλλοντας τη μόρφωση, το κύρος και τη σύνδεσή τους με την κλασική παράδοση. Οι δύο μαρμάρινες μορφές φαίνεται πως εντάσσονται ακριβώς σε αυτή την πολιτισμική πρακτική.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι τα γλυπτά πιθανότατα κοσμούσαν κάποτε μια πολυτελή έπαυλη ή δημόσιο οικοδόμημα της ευρύτερης περιοχής της Καισάρειας. Η υπόθεση αυτή ενισχύεται από τα κατάλοιπα λουτρικών εγκαταστάσεων που εντοπίστηκαν σε μικρή απόσταση από το σημείο της ανασκαφής, στοιχείο που υποδηλώνει την ύπαρξη ενός εύπορου οικιστικού συγκροτήματος.
Η περιοχή της Μπινιαμίνα βρίσκεται κοντά στη ρωμαϊκή Καισάρεια, μία από τις σημαντικότερες πόλεις της ανατολικής Μεσογείου κατά τους ρωμαϊκούς και βυζαντινούς χρόνους. Πέρα από τον διοικητικό και εμπορικό της ρόλο, η περιοχή ήταν γνωστή για την αμπελουργία, τα αγροκτήματα και τις πολυτελείς επαύλεις που ανήκαν σε εύπορους κατοίκους της εποχής.
Για τους αρχαιολόγους, οι δύο προτομές αποτελούν πολύ περισσότερα από καλλιτεχνικά αντικείμενα. Προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο οι τοπικές ελίτ υιοθετούσαν και προέβαλλαν την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά αιώνες μετά την κλασική περίοδο, ενσωματώνοντάς την στην καθημερινότητα και την κοινωνική τους ταυτότητα.
Τα γλυπτά αναμένεται πλέον να υποβληθούν σε εκτεταμένες εργασίες συντήρησης και μελέτης. Η ανάλυση του μαρμάρου, της τεχνοτροπίας και των επιγραφών ενδέχεται να αποκαλύψει περισσότερα στοιχεία για την προέλευσή τους και να δώσει απαντήσεις στο μεγαλύτερο ερώτημα που συνοδεύει την ανακάλυψη: γιατί δύο έργα τέχνης τόσο υψηλής αξίας κατέληξαν κρυμμένα στον πάτο ενός εγκαταλελειμμένου πατητηριού.
Μέχρι τότε, το εύρημα παραμένει ένα από τα πιο αινιγματικά αρχαιολογικά ευρήματα των τελευταίων ετών στην περιοχή, συνδέοντας με έναν απρόσμενο τρόπο τον κόσμο της οινοπαραγωγής με τη μνήμη και το κύρος της ελληνικής αρχαιότητας.