Η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας δεν προσφέρει μόνο τη δυνατότητα επικοινωνίας με ανθρώπους από διαφορετικές χώρες, αλλά ενδέχεται να συμβάλλει και στη διατήρηση της εγκεφαλικής υγείας. Νέα επιστημονικά ευρήματα, τα οποία παρουσιάζει ο Guardian, δείχνουν ότι οι άνθρωποι που μιλούν περισσότερες από μία γλώσσες μπορεί να εμφανίζουν βραδύτερη βιολογική γήρανση του εγκεφάλου.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, ο εγκέφαλος των πολύγλωσσων ανθρώπων φαίνεται να λειτουργεί σαν να είναι νεότερος από την πραγματική τους ηλικία. Μάλιστα, σε όσους γνωρίζουν τέσσερις γλώσσες, η διαφορά ενδέχεται να φτάνει έως και τα 13 χρόνια.
Τα αποτελέσματα παρουσιάστηκαν στο συνέδριο της Ομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Νευροεπιστημονικών Εταιρειών, που πραγματοποιήθηκε στη Βαρκελώνη. Τα στοιχεία υποδεικνύουν ότι τόσο ο αριθμός των γλωσσών που γνωρίζει κάποιος όσο και η ηλικία κατά την οποία ξεκινά να τις μαθαίνει ενδέχεται να επηρεάζουν θετικά τη λειτουργία του εγκεφάλου.
Όσο περισσότερες γλώσσες γνωρίζει κάποιος, τόσο μεγαλύτερο φαίνεται το όφελος
Οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι η διαφορά στην εκτιμώμενη ηλικία του εγκεφάλου αυξανόταν ανάλογα με τον αριθμό των γλωσσών που μιλούσαν οι συμμετέχοντες.
Ειδικότερα, οι άνθρωποι που γνώριζαν δύο γλώσσες εμφάνιζαν εγκεφαλική ηλικία κατά μέσο όρο έξι χρόνια μικρότερη σε σύγκριση με τους μονόγλωσσους. Για όσους μιλούσαν τρεις γλώσσες, η διαφορά έφτανε περίπου τα επτά χρόνια, ενώ στους τετράγλωσσους μπορούσε να αγγίξει ακόμη και τα 13 χρόνια.
Τα ευρήματα αυτά ενισχύουν την υπόθεση ότι η συστηματική ενασχόληση με περισσότερες γλώσσες μπορεί να λειτουργεί προστατευτικά για τον εγκέφαλο.
Πώς επηρεάζεται ο εγκέφαλος από τη γήρανση
Ο εγκέφαλος αποτελείται από δισεκατομμύρια νευρικά κύτταρα, τους νευρώνες, τα οποία επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω σύνθετων δικτύων συνδέσεων.
Με την πάροδο του χρόνου, η επικοινωνία ανάμεσα στα νευρικά κύτταρα μπορεί να εξασθενήσει. Αυτή η διαδικασία συνδέεται με αλλαγές σε σημαντικές γνωστικές λειτουργίες, όπως η μνήμη, η ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών και η ικανότητα σκέψης.
Προηγούμενες επιστημονικές έρευνες είχαν ήδη συσχετίσει την πολυγλωσσία με την πιο αργή γνωστική γήρανση. Η νεότερη μελέτη επιχείρησε να διερευνήσει πιο συγκεκριμένα εάν η γνώση πολλών γλωσσών σχετίζεται με τη βιολογική ηλικία του εγκεφάλου και όχι απλώς με τις επιδόσεις σε γνωστικά τεστ.
Πώς πραγματοποιήθηκε η έρευνα στη Χώρα των Βάσκων
Η διεθνής επιστημονική ομάδα, στην οποία συμμετείχαν ερευνητές από την Ισπανία, τη Χιλή, την Αργεντινή και την Ιρλανδία, επέλεξε να μελετήσει κατοίκους της Χώρας των Βάσκων. Πρόκειται για μια περιοχή όπου η πολυγλωσσία αποτελεί συνηθισμένο χαρακτηριστικό της καθημερινότητας.
Οι συμμετέχοντες χρησιμοποιούσαν διαφορετικούς συνδυασμούς γλωσσών, μεταξύ των οποίων τα ισπανικά, τα βασκικά, τα γαλλικά και τα αγγλικά.
Για την εκτίμηση της ηλικίας του εγκεφάλου πραγματοποιήθηκε μαγνητοεγκεφαλογραφία σε 728 άτομα, τα οποία διέφεραν ως προς την ηλικία και τον αριθμό των γλωσσών που γνώριζαν.
Στη συνέχεια, οι ερευνητές αξιοποίησαν τεχνητή νοημοσύνη, προκειμένου να υπολογίσουν τα χαρακτηριστικά της φυσιολογικής συνδεσιμότητας του εγκεφάλου σε διαφορετικές ηλικίες.
Τα αρχικά αποτελέσματα εξετάστηκαν εκ νέου σε μια δεύτερη ομάδα 144 ατόμων. Σε αυτή συμμετείχαν ισάριθμοι μονόγλωσσοι, δίγλωσσοι, τρίγλωσσοι και τετράγλωσσοι, με στόχο να ελεγχθεί εάν τα ευρήματα επιβεβαιώνονταν.
Δεν μετρά μόνο πόσες γλώσσες γνωρίζει κάποιος
Η Δρ Λουκία Αμορούσο, από το Βασκικό Κέντρο Γνωστικής Λειτουργίας, Εγκεφάλου και Γλώσσας, ανέφερε ότι οι άνθρωποι που χρησιμοποιούν περισσότερες γλώσσες εμφάνιζαν εγκεφάλους με χαρακτηριστικά νεότερης ηλικίας σε σχέση με τη χρονολογική τους ηλικία.
Ωστόσο, όπως εξήγησε, το όφελος δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον αριθμό των γλωσσών. Σημασία έχει και το επίπεδο στο οποίο τις γνωρίζει κάποιος, αλλά και το πότε ξεκίνησε να μαθαίνει τη δεύτερη γλώσσα.
Η πρώιμη έναρξη, σε συνδυασμό με τη μακροχρόνια και ουσιαστική χρήση διαφορετικών γλωσσών, φαίνεται να συνδέεται με ακόμη πιο θετικά αποτελέσματα για τον εγκέφαλο.
Στην ανάλυση των δεδομένων οι επιστήμονες έλαβαν υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο και το μορφωτικό επίπεδο. Παρ' όλα αυτά, αναγνώρισαν ότι ενδέχεται να υπάρχουν και άλλες μεταβλητές που επηρεάζουν τα αποτελέσματα, όπως οι καθημερινές συνήθειες και η κοινωνική δραστηριότητα.
Τι αναφέρουν οι ειδικοί για τα ευρήματα
Η νευροεπιστήμονας και καθηγήτρια του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Χριστίνα Δάλλα, σχολιάζοντας τη μελέτη, σημείωσε ότι η γνώση μιας δεύτερης, τρίτης ή ακόμη και τέταρτης γλώσσας μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της εγκεφαλικής νεότητας.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι υπάρχουν πολλαπλά κίνητρα για την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας, τα οποία δεν περιορίζονται στην επικοινωνία. Πολιτιστικοί, κοινωνικοί αλλά και λόγοι που σχετίζονται με την υγεία μπορούν να αποτελέσουν αφορμή για να ξεκινήσει κάποιος αυτή τη διαδικασία, ανεξάρτητα από την ηλικία του.
Από την πλευρά της, η καθηγήτρια Βιολογικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Loughborough, Έφ Χόγκερβορστ, επισήμανε ότι τα αποτελέσματα χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία.
Όπως εξήγησε, οι άνθρωποι που μιλούν πολλές γλώσσες μπορεί να έχουν συνολικά πιο ενεργό τρόπο ζωής. Ενδέχεται, για παράδειγμα, να ασχολούνται συχνότερα με την ανάγνωση, τη δια βίου μάθηση ή την εκμάθηση μουσικών οργάνων. Πρόκειται για δραστηριότητες που μπορούν επίσης να υποστηρίξουν τη διατήρηση των γνωστικών λειτουργιών.
Επομένως, αν και τα νέα δεδομένα ενισχύουν τη σύνδεση ανάμεσα στην πολυγλωσσία και την υγεία του εγκεφάλου, δεν αποδεικνύουν από μόνα τους ότι η εκμάθηση ξένων γλωσσών επιβραδύνει άμεσα τη γήρανσή του. Αντίθετα, αναδεικνύουν τη σημασία της πνευματικής δραστηριότητας και της συνεχούς μάθησης σε κάθε ηλικία.