Καιρός: Καταιγίδες σήμερα στην Αττική – Προειδοποίηση για τοπικά πλημμυρικά φαινόμενα

Κοινωνία 0

Ενετικές ρίζες στην Κρήτη: Τα επώνυμα που πέρασαν από γενιά σε γενιά

Λουτρό Κρήτης
Google Logo Μάθε πρώτος όλες τις σημαντικές ειδήσεις. Βάλε το alfavita.gr στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google
Πολλά από τα κρητικά επώνυμα που εξακολουθούν να συναντώνται μέχρι σήμερα έχουν πίσω τους μια μακρά ιστορία, η οποία συνδέεται με την περίοδο της Ενετοκρατίας.

Τα κρητικά επώνυμα με ενετικές και ιταλικές ρίζες

Ακολουθούν χαρακτηριστικά παραδείγματα επωνύμων, μαζί με τις πιθανές ετυμολογικές τους ρίζες και τις ιστορικές αναφορές που τα συνοδεύουν.

Αλεβύζος, Αλεβιζάκης: Η προέλευσή τους συνδέεται με το βαπτιστικό όνομα Αλεβίζος, το οποίο ανάγεται στο βενετικό Alvise, Alviso και Aloisio. Το όνομα εμφανίζεται σε ιστορικές αναφορές, μεταξύ των οποίων και σε πρόσωπα που υπηρέτησαν σε διοικητικές θέσεις στην Κρήτη κατά τον 16ο και τον 18ο αιώνα.

Αλοΐζος, Λουΐζος, Αλοϊζάκης, Αλογίζος: Συνδέονται με τα βενετικά ονόματα Aloiso και Aloisi. Σε έγγραφα του 16ου αιώνα συναντώνται πρόσωπα όπως ο Αλοΐζε Ντεπιέρο και ο Αλοΐζε Ντε Φραντσέσκι.

Αλιφέρης, Αλιφιέρης, Αλιφιεράκης, Ανιφιεράκης, Αληφτεράκης: Η συγκεκριμένη ομάδα επωνύμων αποδίδεται στο βενετικό Alfier, που σήμαινε σημαιοφόρος, αλλά και στο βαπτιστικό Alfieri.

Αντάλης, Ανταλουδάκης, Αντουλινάκης, Ανταλουσάκης, Άνταλο, Ανταλούδης: Η ετυμολογική τους αφετηρία συνδέεται με το βενετικό Andolima και το επώνυμο Andalo, το οποίο καταγράφεται ήδη από τον 13ο αιώνα. Σε έγγραφο του 1323 αναφέρονται οι αδελφοί Πέτρος και Φίλιππος Andalo, ενώ μεταγενέστερες μαρτυρίες εντοπίζουν το όνομα και σε κατοίκους του Ηρακλείου και του Πισκοκεφάλου.

Βαϊλάκης, Βαϊλακάκης, Μπαϊλάκης: Προέρχονται από το όνομα Βάιλος, το οποίο σχετίζεται με το βενετικό Bailo.

Βακάκης, Βακωνάκης, Βάκας: Η προέλευσή τους ενδέχεται να συνδέεται με ιταλικά επώνυμα όπως Vacca, Vacaro και Vaccarella, αλλά και με τα βενετικά Vaccher και Vacguer. Για το Βακωνάκης υπάρχει επίσης η πιθανότητα να προέρχεται από παρωνύμιο.

Βαλλέργας, Βαλλεργάκης, Βαλυράκης, Βαλιέρος: Συνδέονται με τα ιταλικά βαπτιστικά Valier, Valierio και Valerio, καθώς και με την παλιά αριστοκρατική οικογένεια Valier της Βενετίας. Η οικογένεια ανέδειξε δόγηδες, άρχοντες και εκκλησιαστικούς αξιωματούχους. Ανάμεσα στα ιστορικά πρόσωπα που αναφέρονται είναι ο Ανδρέας Vallier, ο οποίος το 1621 έγραψε την ιστορία του Ηρακλείου.

Βελεγράκης, Μπελεγρής, Πελλεγρίνης, Πελεγρής, Πελεγριανόπουλος, Περεγρίνος: Η συγκεκριμένη ομάδα συνδέεται με το βαπτιστικό Pelegrinos. Το όνομα εμφανίζεται σε ιστορικές πηγές από τον 12ο αιώνα, ενώ υπάρχουν αναφορές σε πρόσωπα με αυτό το επώνυμο που δραστηριοποιήθηκαν στην Κρήτη κατά τη βενετική περίοδο.

Βενέρης, Βενεράκης, Βενιέρης, Βενιεράκης: Η προέλευσή τους συνδέεται με τα βενετικά Venerio και Venier. Η οικογένεια Venier συγκαταλεγόταν στις παλαιές πατρικιακές οικογένειες της Βενετίας και ανέδειξε τρεις δόγηδες, καθώς και σημαντικούς πολιτικούς αξιωματούχους.

Βενέτικος, Βενετικάκης: Ενδέχεται να σχετίζονται με το παλαιότερο όνομα Veneticus. Σε ιστορικά έγγραφα συναντώνται οι τύποι Λέος Veneticus το 1271 και Νικολός Venetiko το 1427.

Βίγλας, Βίγλης, Νταβιγλάκης: Το επώνυμο Bigli καταγράφεται σε κατάλογο στρατευσίμων των Χανίων το 1536, με την αναφορά του Paulo Bigli.

Βίδος, Βίδου, Βίδης, Βιδάκης, Βίτος, Βίδα: Συνδέονται με τα βενετικά Vido, Viti και Vidotto, αλλά και με το βαπτιστικό Vito. Η οικογένεια Vido ήταν παλιά βενετική οικογένεια, ενώ υπάρχουν αναφορές σε μέλη της στην Κρήτη ήδη από τον 13ο αιώνα. Το όνομά της διατηρείται και στο τοπωνύμιο Βιδιανή, καθώς και στη Μονή Βιδιανή στο Λασίθι.

Βιλανάκης, Μπιλανάκης: Η προέλευσή τους αποδίδεται στους τύπους Vilam, Vilian και Vila.

Βιολάκης, Μπιολάκης, Βιολιδάκης, Βιολετάκης, Βιολίνος, Βιολάτος: Συνδέονται με τα βενετικά επώνυμα Viola, Violato και Violetta, αλλά και με τα βαπτιστικά Viola και Viole. Το όνομα εμφανίζεται σε κρητικά έγγραφα από τον 14ο αιώνα.

Βιτώρος, Βιτώρης, Βιτωράκης, Βικτωράκης: Η προέλευσή τους σχετίζεται με τα βενετικά Vittori, Vitturi και Vettore και το βαπτιστικό Vittorio. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η οικογένεια Vitturi της Βενετίας, η οποία ανέδειξε πολιτικούς, στρατιωτικούς και εκκλησιαστικούς αξιωματούχους. Στην Κρήτη υπηρέτησαν πρόσωπα όπως ο Μπενεντέτο Vitturi, δούκας το 1453, ενώ το όνομα διατηρείται και στον προμαχώνα Βιτούρη των ενετικών τειχών του Ηρακλείου.

Βολάνης, Βολάνιος, Βολονάκης: Πιθανές ρίζες τους είναι τα βενετικά Bollani και Polani, αλλά και το Volo. Οι οικογένειες Polani συγκαταλέγονταν στις παλαιές αριστοκρατικές οικογένειες της Βενετίας.

Βόλος, Βολάκης, Βολακάκης, Βολουδάκης, Βουλουδάκης, Βολίτης, Μπολάκης, Μπουλάκης: Συνδέονται με την οικογένεια Volo, η οποία διέθετε δικό της έμβλημα και είχε παρουσία στην αριστοκρατική κοινωνία. Το 1669 αναφέρεται ο Νικόλαος Βολίν, μέλος κρητικής αριστοκρατικής οικογένειας που κατέφυγε στη Ζάκυνθο.

Γαϊτάνος, Γαϊτάνης, Γαϊτανάκης, Γαετάνης: Ανάγονται στα βενετικά και ιταλικά Gaetani και Gaidano, τα οποία προέρχονται από το βαπτιστικό Gaetano. Το όνομα συναντάται σε έγγραφα ήδη από το 1301, ενώ στην Κρήτη καταγράφονται αρκετά πρόσωπα με αυτή την ονομασία.

Γερόλυμος, Γερονυμάκης: Συνδέονται με τα βενετικά Geroli, Gerolani και Gerolami, που προέρχονται από το βαπτιστικό Girolamo ή Geronimo, δηλαδή το Ιερώνυμος.

Γέρου, Γεράκης, Γερούλιος, Γερολάκης, Γερουλάκης, Γκερεδάκης, Γκερόσης, Γκερούσης, Γεράρδος, Γιράρδος, Γκερούδος, Γερίτης, Γερίτσης: Η ετυμολογία τους συνδέεται με βενετικούς τύπους όπως Geroli, Geretto και Giraldo, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις αναφέρονται και διαφορετικές εκδοχές προέλευσης.

Γιακουμάκης, Γιακουμιδάκης, Γιακουμινάκης, Γιακουμόπουλος, Ντεγιάκομος: Προέρχονται από το βαπτιστικό Giacomo και τις βενετικές παραλλαγές Giacomi, Giacomini και Giacomazzo. Το όνομα συναντάται σε κρητικά έγγραφα από τον 13ο αιώνα.

Γοναλάκης, Γουναλάκης, Αβονάλες, Αβονάλι, Βονάλες, Βονάλε, Γονάλες, Γουνάλες, Γουνάλης: Συνδέονται με την οικογένεια Avonale, η οποία συγκαταλεγόταν στις πατρικιακές οικογένειες της Βενετίας. Το όνομα εμφανίζεται στην Κρήτη από το 1279, ενώ μεταγενέστερες αναφορές εντοπίζουν μέλη της οικογένειας σε διάφορες περιοχές του νησιού.

Γουλιέλμος, Γουλιελμάκης, Γουρλεμάκης, Γουλιεμάκης, Βιλιέμος, Γουλιάρμος, Γουλιάμος: Η προέλευσή τους σχετίζεται με τα βενετικά Gugliemi, Gugemo, Viligelmo και Vielmo. Σε έγγραφο του 1280 συναντάται ο τύπος Viligelmo.

Γριντάκης, Γκριδάκης, Δριδάκης, Γρίτολος, Ντιγριντάκης: Συνδέονται με το βενετικό επώνυμο Gritti, το οποίο καταγράφεται από το 1206. Η οικογένεια Gritti ήταν μία από τις σημαντικές πατρικιακές οικογένειες της Βενετίας, με μέλη που κατείχαν υψηλά αξιώματα. Στην Κρήτη υπηρέτησαν ως δούκες ο Benoit Gritti το 1472 και ο Luis Gritti το 1552.

Δαγκαλάκης, Δαγαλάκης, Δαγοράκης: Για την προέλευσή τους έχει προταθεί η λέξη «δογάλος», που περιγράφει άλογο πυρόξανθου χρώματος. Παράλληλα, αναφέρεται πιθανή σύνδεση με τα ονόματα Da Callo και Calli.

Δακανάλης, Δακαναλάκης, Δαγκανάλης, Δακαναροπούλα: Συνδέονται με το βενετικό Da Canal και το ιταλικό Canale, που προέρχονται από τοπωνύμιο. Το όνομα καταγράφεται σε πολλές κρητικές πηγές από τον 13ο έως τον 17ο αιώνα.

Δαμάνος, Δαμανάκης, Δαμιανός, Ταμιάνος, Ταμίας: Η βάση τους είναι το βαπτιστικό Δαμιανός, το οποίο εμφανίζεται και στις λατινικές μορφές Damianus και Damiano. Υπάρχουν ιστορικές αναφορές σε κατοίκους της Κρήτης με αυτό το όνομα ήδη από τον 13ο και τον 14ο αιώνα.

Δαμόστος, Δαμούστος, Δαμάστος, Δαμουλής, Δαμούλης, Δαμουλάκης, Νταμουλάκης, Μολίνος, Μουλής: Η προέλευσή τους συνδέεται με το βενετικό da Molin και τα ιταλικά Molino και Mulino, που σχετίζονται με τον μύλο. Η οικογένεια Molin ήταν μία από τις σημαντικές αριστοκρατικές οικογένειες της Βενετίας και ανέδειξε πολιτικούς, στρατιωτικούς και εκκλησιαστικούς αξιωματούχους, ακόμη και δόγη.

Δάνδολος, Δανδόλου, Δανδουλάκης, Δουνδουλάκης, Ντουντουλάκης, Δάντουλος, Δαντουλάκης, Τόντολος: Προέρχονται από το βενετικό Dandolo. Η συγκεκριμένη οικογένεια ήταν από τις παλαιότερες και επιφανέστερες της Βενετίας, έχοντας αναδείξει τέσσερις δόγηδες. Στην Κρήτη υπήρξαν πολλοί αξιωματούχοι με το συγκεκριμένο επώνυμο.

Δαρίβας, Δαριβάκης, Δαριβιανάκης, Νταριβιανάκης, Ντερίβας, Ντε Ρίπα: Συνδέονται με τα βενετικά Riva και De Riva. Το όνομα καταγράφεται σε έγγραφα του 14ου αιώνα, ενώ μέλη της οικογένειας εμφανίζονται και σε μεταγενέστερες ιστορικές αναφορές.

Δραγανιδάκης, Γραδονίκος, Γραδενίγος, Δραγανίκος, Δραγανίγος, Δρανιγόπουλος: Συνδέονται με τα βενετικά Gradenigo και Gradonicus. Η οικογένεια Gradenigo ήταν αριστοκρατική, με δικό της οικόσημο, και ανέδειξε τρεις δόγηδες. Μέλη της εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη ήδη από το 1211. Σημαντική ήταν και η συμμετοχή του Τίτου Γραδενίγου στην επανάσταση των Βενετών αποίκων το 1363.

Δρετάκης, Ντρετάκης, Ντρετουλάκης, Δρετουλάκης, Δρέτος, Δρέτας: Πιθανή προέλευσή τους είναι οι λέξεις dreto ή drito, που σημαίνουν ευθύς, ίσιος ή ειλικρινής. Το όνομα απαντάται σε κρητικά έγγραφα του 17ου και του 18ου αιώνα.

Ζαμπέτης, Ζαμπετάκης, Ζαμπετουδάκης, Ζαμπετουλάκης: Συνδέονται με το ιταλικό Zampeti, ενώ στην ίδια ομάδα αναφέρονται και οι τύποι Ζάμπος και Ζαμπέτας.

Ζέης, Ζεάκης, Ζεϊνάκης: Η προέλευσή τους αποδίδεται σε βαπτιστικά όπως Geo, Zeo και Zea, ενώ υπάρχει η πιθανότητα να αποτελούν υποκοριστικά άλλων ονομάτων.

Καδιάνης, Καδιανάκης, Καντιάνος, Ντα Κάντια: Συνδέονται με τη βενετική οικογένεια Candiani, η οποία συγκαταλεγόταν στις παλαιές πατρικιακές οικογένειες της Βενετίας. Σύμφωνα με τις ιστορικές αναφορές, μέλη της ανέδειξαν πέντε δόγηδες και άλλους σημαντικούς αξιωματούχους.

Καζινιεράκης, Καζινάκης: Η πιθανή προέλευση βρίσκεται στο ιταλικό Casino.

Κάλμπος, Καλμπάκης, Καρμπαδάκης, Καλπάκης, Καλπαδάκης: Συνδέονται με τα βενετικά Calvi και Calbo, καθώς και με τα ιταλικά Calvo, Calvini και Calvino. Η ρίζα calvus στα λατινικά σημαίνει φαλακρός. Για τα Καλπάκης και Καλπαδάκης υπάρχει και η πιθανότητα να σχετίζονται με την τουρκική λέξη kalpak, δηλαδή το κάλυμμα του κεφαλιού.

Καλούσης, Καλουτσάκης, Καλούτζος: Η ετυμολογία τους συνδέεται με τα ιταλικά και βενετικά Calli, Callo, Calini και Collucci, καθώς και με το βαπτιστικό Callus. Το όνομα συναντάται σε έγγραφα της Κρήτης από τον 14ο αιώνα.

Καπελάκης, Καπελώνης, Καπελούτσος, Καπελούσης, Καπελούσος, Καπελέτης: Συνδέονται με τα βενετικά Capeli και Cappellin, αλλά και με τα ιταλικά Cappelli και Capelletti. Η οικογένεια Capello ήταν αριστοκρατική οικογένεια της Βενετίας, μέλη της οποίας κατείχαν σημαντικά αξιώματα και στην Κρήτη.

Καρκάνης, Καρκανάκης, Καλκάνης: Συνδέονται με τα βενετικά Calcano και Calcagnini. Σε κρητικά έγγραφα του 19ου αιώνα συναντώνται πρόσωπα με τα συγκεκριμένα επώνυμα.

Καρούζος, Καρουζάκης, Καρούσης: Η προέλευσή τους σχετίζεται με τα ιταλικά και βενετικά Caro και Caroso. Το επώνυμο εμφανίζεται σε έγγραφα της Κρήτης από τον 13ο αιώνα, ενώ υπάρχουν πολλές αναφορές σε κατοίκους του Ηρακλείου και άλλων περιοχών.

Καρτσώνης, Καρτσωνάκης: Συνδέονται με τη βενετική οικογένεια Carzoni, η οποία καταγόταν από την Μπολόνια και ανήκε στις πατρικιακές οικογένειες. Μέλη της κατείχαν πολιτικά και στρατιωτικά αξιώματα.

Κατσανέβας, Κατσανεβάκης, Κατσανέβης: Παρότι έχουν διατυπωθεί διαφορετικές ερμηνείες για την προέλευσή τους, υπάρχει η άποψη ότι πρόκειται για επώνυμα βενετικής καταγωγής. Σε έγγραφο του 1438 αναφέρεται ο έμπορος Bernardo Canzanare, ενώ το 1594 καταγράφεται ο καπετάνιος Γεώργιος Cazzaneva.

Κατσαρός, Κατσαράκης, Κατσαράς, Κατσαρόλης: Συνδέονται με τα βενετικά Cazzaro και Cacciari. Το όνομα απαντάται σε ιστορικά έγγραφα από τον 14ο αιώνα, ενώ υπάρχουν αναφορές σε Κρητικούς με αυτό το επώνυμο κατά τον 16ο και τον 17ο αιώνα.

Κατσούλης, Κατσούλακης, Κατσουλιέρης, Κατσουλιεράκης, Καζούλης, Καντζόλης: Για την προέλευσή τους έχουν προταθεί διαφορετικές εκδοχές. Μία συνδέεται με τη λέξη «κατσούλα», δηλαδή τη γάτα, ενώ άλλη με τα βενετικά Cazza, Jola και Zola. Το όνομα εμφανίζεται σε καταλόγους κατοίκων και στρατευσίμων της Κρήτης τον 16ο αιώνα.

Κοζύρης, Κοζυράκης, Κοζάκης, Καζανάκης, Κοζωνάκης, Κοζανίδης, Κοτζάκης, Κότσας: Συνδέονται με τα βαπτιστικά Cosma, Cosimo και Cosimi. Σε έγγραφα του 14ου αιώνα υπάρχουν αναφορές σε πρόσωπα με το επώνυμο Cosiri, ενώ αργότερα εμφανίζεται και η ελληνική μορφή Κοζύρης.

Κοκλάκης, Κοκολακάκης, Κοκολινάκης: Η προέλευσή τους σχετίζεται με το βαπτιστικό Κοκόλης. Σε ιστορικές πηγές αναφέρεται ο Νικόλαος Κοκολιός, γνωστός ζωγράφος του Χάνδακα.

Κόκος, Κοκάκης, Σκοκάκης, Καουκάκης, Καούκος: Συνδέονται με το βενετικό Cocco. Η οικογένεια Cocco ανήκε στις πατρικιακές οικογένειες της Βενετίας και ανέδειξε σημαντικές προσωπικότητες. Ο Caetano Cocco ίδρυσε το 1565 το Κολέγιο Κόκκο στην Πάντοβα.

Κολλάκης, Κολλουδάκης, Κολλάρος, Κολέσης, Κολουντζάκης, Κολαρετάκης, Κολέτης, Κολετσάκης, Κολεντζάκης, Κόλας: Η προέλευσή τους συνδέεται με το Cola, που αποτελεί υποκοριστικό του Nicola, δηλαδή του Νικόλα. Συναντώνται επίσης οι ιταλικοί τύποι Coletti, Colasi και Colizzi.

Κονταρής, Κονταράκης, Κονταρίνος, Κονταρίνης, Κονταρόπουλος: Ανάγονται στο βενετικό Contarini. Η ομώνυμη οικογένεια ήταν μία από τις σημαντικότερες της Βενετίας, με οκτώ δόγηδες, συγκλητικούς και εκκλησιαστικούς αξιωματούχους. Στην Κρήτη υπηρέτησαν μέλη της ως δούκες και γενικοί προβλεπτές.

Κόπακας, Κοπάσης, Κοπιδάκης, Κόπος, Κοπέος: Συνδέονται με τους βενετικούς τύπους Coppo και Copo, οι οποίοι καταγράφονται από τον 12ο αιώνα. Το όνομα συναντάται σε ιστορικά έγγραφα της Κρήτης, ενώ αναφέρονται και πρόσωπα που σπούδασαν σε εκπαιδευτικά ιδρύματα της Ιταλίας.

Κορνάρος, Κορναράκης, Κορνέλης, Κορνελάκης, Κορνολάκης, Κορνήλος, Κορναρόπουλος, Κουρνελάκης: Η προέλευσή τους συνδέεται με το βενετικό Corner και την οικογένεια Cornaro, η οποία εμφανίζεται στις ιστορικές πηγές από τον 12ο αιώνα. Μέλη της κατείχαν σημαντικά αξιώματα στην Κρήτη, ενώ ανάμεσά τους υπήρξαν κυβερνήτες και γενικοί διοικητές.

Κουμάντος, Κουμαντάκης, Κουμαντακάκης, Κουλάνδρος, Κουμάσος: Συνδέονται με παραλλαγές του βαπτιστικού Giacomo, όπως Ciacomo, Ciacomato και Comato. Το επώνυμο Cumasso καταγράφεται σε αναφορές του 17ου αιώνα.

Κούμης, Κουμάκης, Κουμιανού, Κουμαδοράκης, Κουμμούτος: Η προέλευσή τους σχετίζεται με βενετικές οικογένειες όπως οι Commeto και Comin, αλλά και με διάφορες παραλλαγές του βαπτιστικού Giacomo. Το όνομα Κουμάτος εμφανίζεται σε έγγραφο του 1347.

Κουρής, Κουράκης, Κουρινάκης, Κουριδάκης: Συνδέονται με το βενετικό Quirinus και την οικογένεια Querini, μία από τις σημαντικές πατρικιακές οικογένειες της Βενετίας. Μέλη της υπήρξαν επίσκοποι, πατριάρχες και συγκλητικοί, ενώ υπάρχουν πολλές αναφορές στην παρουσία της στην Κρήτη.

Κούρτης, Κουρτάκης, Κουρτικάκης, Κούρτος, Κουρτίκης: Η προέλευσή τους μπορεί να συνδέεται με το βαπτιστικό Curto και τα βενετικά Curti και Curzo. Ωστόσο, έχουν προταθεί και άλλες ερμηνείες, όπως η σύνδεση με την τουρκική λέξη Kurt, που σημαίνει λύκος, ή με τη λέξη «κούρτα», που σχετίζεται με τη μάντρα αιγοπροβάτων.

Λαγκοβάρδος, Λαγουβάρδος, Λαγουάρδος: Συνδέονται με το βενετικό Longobardi και το Langobardo, ονομασία που σχετίζεται με τον γερμανικό λαό των Λαγγοβάρδων. Το επώνυμο εμφανίζεται συχνά σε κρητικά έγγραφα του 14ου αιώνα.

Λάντος, Λάνδος: Προέρχονται από το βενετικό Lando. Η οικογένεια Lando συγκαταλεγόταν στις παλαιότερες και επιφανέστερες οικογένειες της Βενετίας, με μέλη που έγιναν άρχοντες, δόγηδες, καρδινάλιοι και επίσκοποι. Στην Κρήτη υπηρέτησαν και ως αρχιεπίσκοποι.

Λαντζούρης, Λάντζουράκης: Πιθανόν να προέρχονται από το όνομα Λάντζας, με την προσθήκη της βενετικής κατάληξης -ore.

Λέκκας, Λεκάκης, Λεχάκης, Αλεγκάκης, Αλεκατσάς: Συνδέονται με τα βενετικά Lacca, Lecco και Lecchi, αλλά και με το ιταλικό επώνυμο Lecchi, που σχετίζεται με την περιοχή Lecco.

Λουπάκης, Λουπάσης, Λουπασάκης, Λούπος, Λούπης, Λουπίνος: Η προέλευσή τους σχετίζεται με το βαπτιστικό Lupo, από το οποίο προκύπτουν και τα ιταλικά Lupo και Lupatti. Το όνομα συναντάται σε κρητικά έγγραφα από τον 14ο αιώνα.

Μαλεφιτσάκης, Μάλφες: Συνδέονται με τη βενετική οικογένεια Malfato, η οποία καταγράφεται ήδη από το 971. Υπάρχει επίσης το ιταλικό Malfatto.

Μάννεα, Μάνεσης, Μανέλος, Μανιδάκης, Μανέας: Συνδέονται με βενετικούς τύπους όπως Mahco και Manesso, καθώς και με το βαπτιστικό Μανέας. Το όνομα εμφανίζεται σε έγγραφα της Κρήτης από τον 16ο και τον 17ο αιώνα.

Μανιάς, Μανιάδης, Μανιαδάκης, Μανιακουδάκης, Μανιάκος: Η προέλευσή τους συνδέεται με βενετικά ονόματα όπως Mani, Manin, Manati και Manuzio, αλλά και με το βαπτιστικό Manoli.

Μανιώρος, Μανιωράκης: Η πιθανή ετυμολογική τους αφετηρία είναι τα ονόματα Μανιός και Μανιόρος. Αναφέρονται επίσης πιθανές συνδέσεις με τα λατινικά βαπτιστικά Magnus και Marius.

Μανούσος, Μανουσάκης, Μανούσακας, Μανουσακάκης, Μανουσουδάκης, Μανουσιδάκης, Μανουσέλης, Μανουσελάκης, Μανουσογιαννάκης: Η συγκεκριμένη ομάδα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς συνδέεται με τις διαφορετικές μορφές που χρησιμοποιούνταν κατά την Ενετοκρατία για το όνομα Εμμανουήλ. Οι τύποι Μάνος, Μανός, Μανιός, Μανέας, Μανούκος και Μανούσος εμφανίζονται συχνά σε ιστορικά έγγραφα. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, οι ερευνητές έχουν ταυτίσει διαφορετικές ονομασίες ως αναφορές στο ίδιο πρόσωπο.

Ματαλενάκης, Μανδαλενάκης, Μανδαλένης: Συνδέονται με το βενετικό Maddalena και το βαπτιστικό Magdalena, δηλαδή τη Μαγδαληνή.

Μαραβέλιας, Μαραβελάκη: Η προέλευσή τους συνδέεται με τις βενετικές οικογένειες Meraviglia και Miradello, καθώς και με το βαπτιστικό Marabello.

Μαραγκός, Μαρακάκης, Μαραγκουδάκης: Συνδέονται με τα βενετικά Marangon και Marangoni, τα οποία προέρχονται από το Maragon.

Μαράκης, Μαρούσης, Μαρουσάκης, Μαρούδης, Μαρούδας, Μαρουδάκης, Μαρούλης, Μαρουλάκης, Μαρονικολάκης, Μαράνος, Μαράς, Μαρανίνης: Αρκετά από αυτά σχετίζονται με το όνομα Marin και τις παραλλαγές του. Υπάρχουν επίσης αναφορές στις βενετικές οικογένειες Mari και Marusso, καθώς και στο βαπτιστικό Marano.

Μαρής, Μαράκης, Μαρακάκης, Μαριδάκης, Μαρυδάκης: Συνδέονται με τα ονόματα Marino και Marin. Για ορισμένες παραλλαγές, ωστόσο, έχει προταθεί και διαφορετική ερμηνεία, όπως η σύνδεση του Μαριδάκης με το ψάρι μαρίδα.

Μαργέτης, Μαργέτος, Μεριέτος, Μαριέττας, Μαργετάκης, Μαργιετουσάκης: Η προέλευσή τους σχετίζεται με τα βενετικά Mari και Maro, ενώ εξετάζεται και η πιθανότητα να προέρχονται από το βαπτιστικό Marietta.

Μαρίνος, Μαρινάκης, Μαρίνης, Μαρικόπουλος: Συνδέονται με τη βενετική οικογένεια Marino και το βαπτιστικό Marino. Το όνομα εμφανίζεται στην Κρήτη από τον 13ο αιώνα, ενώ υπάρχουν αναφορές σε ζωγράφους, μοναχούς και άλλες σημαντικές προσωπικότητες που έφεραν το συγκεκριμένο επώνυμο.

Μαριόλος, Μαριολάκης, Μαργιολάκης, Μαργιώλος: Συνδέονται με το βενετικό Mariol και το ιταλικό Mariolo, που μπορεί να σημαίνει πονηρός ή παιχνιδιάρης. Η λέξη μαριόλος χρησιμοποιούνταν επίσης με τη σημασία του ναύτη.

Μαρκετάκης, Μαρκατσάκης, Μαρκουτσάκης, Μαρκουσάκης, Μαρκότσος, Μαρκάδος, Μαρκάδης: Η προέλευσή τους συνδέεται με βενετικές οικογένειες και ονομασίες όπως Marchi, Marchetti, Marco, Marcuzzi και Marcon.

Μαρνέλλος, Μαρνελλάκης, Μαρινελόπουλος: Συνδέονται με τα βενετικά Marinello, Marinelli και Marinellus. Το όνομα καταγράφεται σε έγγραφα της Κρήτης ήδη από τον 14ο αιώνα.

Ματζαπετάκης, Ματζαπέτας: Η ετυμολογία τους παραμένει αβέβαιη, με πιθανές συνδέσεις με τα ιταλικά Mazza και Petto ή με άλλους παλαιότερους ονομαστικούς τύπους.

Μαντζουράνης, Μαντζουρανάκης: Συνδέονται με τη λέξη μαντζουράνα και το βενετικό mazorana.

Μέμμος, Μεμάκης: Προέρχονται από το βενετικό Memo. Η οικογένεια Memo ήταν μία από τις αριστοκρατικές οικογένειες της Βενετίας και ανέδειξε τρεις δόγηδες, συγκλητικούς και επισκόπους. Μέλη της είχαν σημαντική παρουσία και στην Κρήτη.

Μενεγής, Μενεγάκης, Μενέγγολος, Μέγγουλος, Μέγκολας: Συνδέονται με τα βενετικά Meneghini και Menegzzi, καθώς και με το βαπτιστικό Domenego ή Menego, που αντιστοιχεί στο ιταλικό Domenico.

Μέντζος, Μεντζάκης, Μετζάκης, Μετζηδάκης, Δεμέζος, Δεμέτσος, Δομέτζος, Δεμετζάκης, Μετζογιαννάκης, Ντε Μέντιο, Ντε Μέτζος, Ντεμέτζος, Ντεμουτζάκης, Μετζιόπουλος, Ματζάς: Συνδέονται με τη βενετική οικογένεια De Mezzo, η οποία ανήκε στις πατρικιακές οικογένειες της πόλης. Το όνομα εμφανίζεται σε κρητικά έγγραφα του 14ου και του 16ου αιώνα.

Μορόνι: Συνδέεται με τα βενετικά Moro και Moroni. Το όνομα διατηρείται και στο τοπωνύμιο Μορόνι του Καινουργίου.

Μούλος, Μουλακάκης: Η προέλευσή τους αποδίδεται στο ιταλικό Mulo, που σημαίνει νόθος. Το όνομα συναντάται σε κρητικά έγγραφα ήδη από τον 13ο αιώνα.

Μουρτζής, Μουρτζάκης, Μουριζάκης, Μοροζίνης, Μορεζίνος, Μορεζής, Μορζίνης, Μουρίζης, Μουρούζης: Συνδέονται με ιταλικές οικογένειες όπως οι Mori, Moro, Morello, Moroni και Moresi. Ιδιαίτερα γνωστή ήταν η οικογένεια Morosini, η οποία ανέδειξε δόγηδες, συγκλητικούς και στρατιωτικούς αξιωματούχους. Το όνομά της έχει συνδεθεί και με το περίφημο υδραγωγείο Μοροζίνη στο Ηράκλειο, ενώ ο Φραντσέσκο Μοροζίνι διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην τελευταία περίοδο της πολιορκίας του Χάνδακα.

Μπαρμπαδάκης, Μπαρμπουδάκης, Μπαρμπουλάκης, Μπάρμπος, Μπορμπουδάκης, Μπουρμπουδάκης, Μπουρμπάκης, Μπαρμπάτσος, Βαρβάτσος: Συνδέονται με τις ιταλικές οικογένειες Barba, Barbi, Barbolini, Barbacci και Barbuzzi. Ανάμεσα στις ιστορικές αναφορές ξεχωρίζουν οι οικογένειες Bardo και Barbo, οι οποίες είχαν αριστοκρατική καταγωγή και παρουσία στην Κρήτη.

Μπαστάς, Μπαστάκης: Προέρχονται από υποκοριστικό του βαπτιστικού Sebastiano και το ιταλικό Basiano. Οι τύποι Bastia και Bastian καταγράφονται σε έγγραφα του 16ου αιώνα.

Μπαφάκης, Βαφάκης, Μπάφος: Συνδέονται με τη βενετική οικογένεια Baffo, η οποία ανήκε στις πατρικιακές οικογένειες της Βενετίας από τον 9ο αιώνα. Το Βαφάκης ενδέχεται να προέκυψε από εξελληνισμό του ονόματος, ενώ εξετάζεται και η πιθανότητα σύνδεσης με το επάγγελμα του βαφέα.

Μπέλλος, Βέλλος, Μπελάκης, Μπελιδάκης, Βέλλιος, Βελιδάκης, Μπελώνης, Μπελέτος, Μπελότος, Μπελόνος: Συνδέονται με τα βενετικά Bello, Bellon, Belletti, Bellini και Bellio. Τα ονόματα αυτά εμφανίζονται σε έγγραφα του 13ου και του 14ου αιώνα, ενώ υπάρχουν και μεταγενέστερες αναφορές σε Κρητικούς που έφεραν τις συγκεκριμένες μορφές.

Μπιζάκης, Μπιζανάκης, Μπιτζανάκης, Πιζάνη, Μπίζες: Η προέλευσή τους συνδέεται με τις βενετικές οικογένειες Piza και Pizzani. Οι Pizani ανήκαν στις πατρικιακές οικογένειες της Βενετίας και ανέδειξαν σημαντικούς άρχοντες, καρδιναλίους και έναν δόγη.

Μπίκος, Μπικάκης: Συνδέονται με τα βενετικά Pico, Picozzi και Pichetti, αλλά και με το ιταλικό Picca, που σημαίνει αξίνα ή σκαπάνη.

Μπίτζος, Μπιτσάκης, Μπιτσακάκης, Βιτσακάκης, Μπλαβής: Η πιθανή προέλευσή τους είναι το βενετικό Bizzo ή το Picco.

Μπλαβάκης, Μπλάβος, Μπλαβομάτης, Μπλάβας, Μπλαβής: Συνδέονται με το βενετικό blavo, που σημαίνει γαλανός. Σε ιστορικές πηγές αναφέρεται ο Μανουήλ Σανούδος, ο οποίος αποκαλούνταν Μπλάβος.

Μπούζας, Βούζας, Μπουζάκης: Η προέλευσή τους συνδέεται με το ιταλικό buzzo, που σημαίνει κοιλιά.

Μπρίλος, Μπριλάκης, Βρυλάκης, Μπιρλάκης: Συνδέονται με το βενετικό Brilli και πιθανώς με τα βαπτιστικά Brillante και Brillantina.

Νικολετάκης, Νικολοζάκης, Νικολουζάκης, Νικολέρης, Νικολέτσος, Νικολινάκης, Νικολής: Προέρχονται από το όνομα Nicola και τις βενετικές παραλλαγές Nikoli, Nikolozo και Cola. Η συγκεκριμένη ομάδα επωνύμων εμφανίζεται σε έγγραφα της Κρήτης και της Ζακύνθου.

Νουάρος, Νουαράκης: Συνδέονται με το βενετικό nodano και το ιταλικό Notaro, όρο που χρησιμοποιούνταν για τον συμβολαιογράφο ή τον υπεύθυνο σύνταξης δημόσιων εγγράφων.

Ντισπυράκης, Ντεσπίρο, Σπιρούζος, Σπιρίνος: Η προέλευσή τους σχετίζεται με το Spiro και το Spiretto, που αποτελούν υποκοριστικές μορφές του Spiridione, το οποίο αντιστοιχεί στο ελληνικό Σπυρίδων.

Παντουβάς, Πανδουβάς, Παντουβάκης, Μπαντουβάς, Μπαντουβάκης: Συνδέονται με τα Padoa, Padan και Padovin, ονομασίες που προέρχονται από την ιταλική πόλη Πάντοβα. Το επώνυμο εμφανίζεται σε κρητικά έγγραφα ήδη από τον 13ο αιώνα.

Πόλος, Πόλης, Πολάκης, Πολλιουδάκης, Πολυδάκης, Πολάνος, Πάολος, Πολέτος, Πολόπουλος: Συνδέονται με το βαπτιστικό Polo και το ιταλικό Paolo, δηλαδή τον Παύλο. Η οικογένεια Polo συγκαταλεγόταν στις πατρικιακές οικογένειες της Βενετίας, ενώ το όνομα συναντάται στην Κρήτη από τον 13ο αιώνα.

Πουλής, Πουλιός, Πολιού, Πουλάκης, Πουλάς, Πούλακας, Πουλιαδάκης, Πουλεδάκης, Πουλινάκης, Πουλιδάκης, Πουλόπουλος, Πουλούδης: Αποτελούν παραλλαγές ονομάτων όπως Πόλος, Πολιός, Πουλιός και Παύλος. Συνδέονται με τα βενετικά Polo, Paolo, Polini και Polizzi. Οι συγκεκριμένες μορφές απαντούν σε ιστορικές πηγές της Κρήτης από τον 15ο αιώνα.

Πρεκατσούνης, Πρεκατσουνάκης: Η προέλευσή τους ενδέχεται να σχετίζεται με το επώνυμο Procaciante ή με τα Perccini και Proccacino, που εμφανίζονται σε παλαιότερες πηγές.

Πυράκης, Πυρούδης, Πυρίνης, Πυρής: Έχει προταθεί η σύνδεσή τους με τη λέξη «πυρρός», που σημαίνει κοκκινωπός. Παράλληλα, αναφέρονται τα ιταλικά Pirri και Pirrelli, καθώς και το λατινικό Pyrrhus.

Ραμουτσάκης, Ραμούτσος: Η ετυμολογία τους έχει συνδεθεί με το βενετικό Rami και το βαπτιστικό Ramosio. Υπάρχει, ωστόσο, και η άποψη ότι μπορεί να έχουν τουρκική ή περσική ρίζα.

Ρεμεδιάκης, Ρεμεδιανάκης: Συνδέονται με την κρητική λέξη «ρεμέδιο», η οποία προέρχεται από το βενετικό remedio και το ιταλικό rimedio, με σημασία φάρμακο ή θεραπεία. Η λέξη χρησιμοποιείται και σήμερα στην Κρήτη για κάτι που μπορεί να διορθωθεί ή να αντιμετωπιστεί.

Ρηγάκης: Συνδέεται με τα βενετικά Rigo και Righi, τα οποία εμφανίζονται συχνά σε παλαιότερες πηγές.

Ρουμπάκης, Ρουμπελάκης, Ρουμπεδάκης, Ρομπάκης, Ρομπογιαννάκης, Ρομπατζής, Ρουμπάτσος, Ρουμπίνος: Η προέλευσή τους συνδέεται με τα βενετικά Cherubin, Rubini και Rubinato, αλλά και με το ιταλικό Rubino. Έχουν προταθεί και άλλες ερμηνείες, που σχετίζονται με λέξεις όπως ρόμπος και ρουμπί.

Ρωμανός, Ρομάνας, Ρωμανάκης, Ρωμανιάς, Ρομανίτσης, Ρομανής, Ρομανίνης: Προέρχονται από το βαπτιστικό Romano και το λατινικό Romanus, που σημαίνει καταγόμενος από τη Ρώμη. Υπάρχει, ωστόσο, και το βυζαντινό όνομα Ρωμανός.

Ρουσάκης, Ρουσιάκης, Ρουσελάκης, Ρόσης, Ντε Ρόσης, Ρουσέας, Ρουσέλης, Ροσέλος: Συνδέονται με το βυζαντινό «ρούσσος» και το λατινικό russeus ή russus, που σημαίνουν ερυθρός ή κοκκινωπός. Παράλληλα, υπάρχουν τα ιταλικά Rosso, Rossi και Rossini.

Σαβιολής, Σαβής: Η προέλευσή τους συνδέεται με το βενετικό Savi, όρο που χρησιμοποιούνταν για τους συμβούλους του δόγη. Υπάρχει επίσης πιθανή σχέση με τα βαπτιστικά Savius και Saviolo.

Σαβοϊδάκης, Σαβουϊδάκης, Σαβόγιας: Συνδέονται με το ιταλικό επώνυμο Savoia και το Savoiardi.

Σαρής, Σαριδάκης, Σαρινάκης, Σαριτσάκης, Σαρουλάκης, Σάρρος, Σαράκης, Σαρίτης: Η προέλευσή τους μπορεί να σχετίζεται με τα βενετικά Baldassari, Valdesarini, Saro, Seretta και Sarato. Υπάρχει, ωστόσο, και η πιθανότητα σύνδεσης με την τουρκική λέξη «σαρής», που σημαίνει ξανθός.

Σαγρεδάκης, Σεγρεδάκης, Σεκρέτος, Σακρέτος, Σαγρέδος, Σεγρέδος: Συνδέονται με το βενετικό Segre και την οικογένεια Sagreto, η οποία συγκαταλεγόταν στις παλαιές αριστοκρατικές οικογένειες της Βενετίας.

Σινιολάκης, Συνόλης, Σύνολος, Συνολάκης, Συνελάκης, Συνουλέτος: Συνδέονται με τη βενετική οικογένεια Signolo, μέλη της οποίας εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη. Σε ιστορικές πηγές συναντάται το όνομα από τον 13ο αιώνα.

Σκούρας, Σκουράκης, Σκουραδάκης, Σκουρίτης, Σκουρογιάννης, Σκουρέλλος, Σκουρόπουλος, Σκούρης: Συνδέονται με τη βενετική οικογένεια Scuro και τη λέξη scuro, που σημαίνει σκοτεινός ή μαυριδερός. Το επώνυμο εμφανίζεται σε καταλόγους κατοίκων των Χανίων ήδη από το 1536.

Σολδάτος, Σουλτάτος: Προέρχονται από τα βενετικά Soldati και Solda, τα οποία συνδέονται με τη λέξη soldato, δηλαδή στρατιώτης.

Σπαντιδάκης, Σπαντίτης: Συνδέονται με το ιταλικό Sbandito, που σημαίνει επικηρυγμένος ή εξόριστος. Το όνομα καταγράφεται σε έγγραφα του 18ου αιώνα.

Στελάτος, Στέλλας: Συνδέονται με το βενετικό Stellin και το ιταλικό Stellato, αλλά και με το βαπτιστικό Stella, που σημαίνει αστέρι. Το όνομα εμφανίζεται σε κρητικά έγγραφα από τον 14ο αιώνα.

Τσικριτσής: Η προέλευσή του συνδέεται με τον εκλατινισμένο τύπο tabernarius, που χρησιμοποιούνταν για τον ταβερνάρη. Υπάρχει επίσης το βενετικό επώνυμο Tavernaro.

Τέκου, Τεκάκης, Τεκωνάκης: Πιθανόν να προέρχονται από τα βαπτιστικά Telemaco ή Teodorico.

Τζανής, Τζάνου, Τζανάς, Τζανάκης, Τζανακάκης, Τσανακάκης, Τζανουδάκης, Τζιανάκης, Τζανιδάκης, Τζανέτου, Τζανετάκης, Ζανής, Ζαννιδάκης, Ζανουδάκης: Συνδέονται με το βενετικό βαπτιστικό Zuane ή Zane, που αντιστοιχεί στο ιταλικό Giovanni και στο ελληνικό Ιωάννης. Το όνομα εμφανίζεται σε έγγραφα από τον 13ο αιώνα, ενώ μέλη της οικογένειας κατείχαν σημαντικά πολιτικά και στρατιωτικά αξιώματα.

Τζερμιάς, Τζερνιάς, Τζερνιαδάκης, Γκερεμία, Τζερμιάν: Συνδέονται με το βενετικό Geremia και το βαπτιστικό Geremia ή Jeremia, που αντιστοιχεί στο ελληνικό Ιερεμίας.

Τζονευράκης, Τζινευράκης, Ζινευράκης, Τζενεβράκης: Η προέλευσή τους σχετίζεται με το βενετικό Ginevra και το βαπτιστικό Τζινέβρα. Σε παλαιότερα έγγραφα συναντάται και ο τύπος Bernado Zenevro.

Τζώρτζης, Τζωρτζάκης, Τζωρτζακάκης, Τζωράτος, Τζωρτζίνης, Τζωρτζινάκης, Τζωρτζουλάκης, Τζορτζέλη, Ντε Τζόρζι: Προέρχονται από το βενετικό Zorzi και το ιταλικό Giorgio, που ανάγονται στο ελληνικό Γεώργιος. Το όνομα εμφανίζεται συχνά σε κρητικά έγγραφα της βενετικής περιόδου.

Τορνεζάκης, Τορνεσάκης, Τορνάζης: Συνδέονται με το Τορνέσι ή Τορνέσα, ονομασίες νομισμάτων που χρησιμοποιούνταν στην Κρήτη κατά την Ενετοκρατία. Η λέξη απαντάται και σε λογοτεχνικά έργα της εποχής.

Τσάβος, Τσαβολάς, Τσαβολάκης, Τζαβλάς, Τζαβλάκης, Τζβολάκης: Η προέλευσή τους συνδέεται με το βενετικό Zafo, που σήμαινε αστυνόμος. Σε ιστορικές πηγές εμφανίζεται και ο τύπος Zaffo.

Τσάτσαρης, Τζατζαριδάκης, Τσατσαράκης, Τζετζεράκης, Τσατσαρολάκης, Τζατζαρολάκης: Συνδέονται με τα βενετικά επώνυμα Zazzera, Zazzaretta και Zazeroli.

Τσιριλάκης, Κυραλάκης: Η προέλευσή τους σχετίζεται με το βαπτιστικό Κύριλλος και τη λατρεία των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, η οποία είχε ιδιαίτερη παρουσία στη Βενετία. Στην ίδια οικογένεια ονομάτων ανήκει και το βενετικό Cirillo.

Τσιτερής, Τσιτεράκης: Συνδέονται με τη λέξη «τσίτερα», που σημαίνει κιθάρα και συναντάται σε παλαιότερα κρητικά λογοτεχνικά κείμενα.

Τυλάκης, Τυλιανάκης: Πιθανόν να προέρχονται από το Tilio, ως υποκοριστικό του Attilio, ή από τα βαπτιστικά Edilio και Dillio.

Φράγκος, Φραγκάκης, Φραγκιαδάκης, Φραγκιουδάκης, Φραγκουλής, Φραγκουλάκης, Φραγκουλιδάκης, Φραγκέδης, Φραγκεδάκης, Φρανγγεδάκης, Φραγκούδης, Φραγκιάς: Συνδέονται με το ιταλικό βαπτιστικό Franco, που σημαίνει ελεύθερος. Το όνομα εμφανίζεται τόσο στη βυζαντινή όσο και στη βενετική παράδοση. Στην Κρήτη υπάρχουν αναφορές σε πρόσωπα με το επώνυμο ήδη από τον 13ο αιώνα, ενώ αρκετοί Φράγκοι κατείχαν θέσεις στη διοίκηση, την εκκλησία και τις τέχνες.

Φραντζέσκος, Φραντζεσκάκης, Φραγκισκάκης, Φραντζικινάκης, Φραντζής, Φράντζιος, Φραντζάς: Προέρχονται από τα βαπτιστικά Francesco και Francescino. Το όνομα εμφανίζεται σε κρητικά έγγραφα από τον 13ο αιώνα, ενώ υπάρχουν αναφορές σε συμβολαιογράφους και άλλους επαγγελματίες που έφεραν τις συγκεκριμένες μορφές.

Η παρουσία αυτών των επωνύμων αποκαλύπτει πόσο βαθιά επηρέασε η Ενετοκρατία την ιστορική εξέλιξη της Κρήτης. Παρότι αρκετές από τις ετυμολογικές συνδέσεις παραμένουν πιθανές και όχι απολύτως βέβαιες, τα παλιά έγγραφα και οι οικογενειακές αναφορές αποτελούν σημαντικές μαρτυρίες για τη συνύπαρξη των δύο πολιτισμών.

Έτσι, πίσω από ένα σημερινό κρητικό επώνυμο μπορεί να κρύβεται μια διαδρομή αιώνων, που ξεκινά από τη Βενετία και φτάνει μέχρι τις σύγχρονες οικογένειες του νησιού.

0 Δείτε τα σχόλια

Όλες οι σημαντικές ειδήσεις στο alfavita.gr

Επίδομα συνταξιούχων: Ποιοι θα δουν 150 ευρώ επιπλέον και ποιοι θα λάβουν 400 ευρώ για πρώτη φορά

Πέφτουν οι σοβάδες, διώκονται οι δάσκαλοι: Στο Πόρτο Ράφτη η ευθύνη βρίσκει τον εύκολο στόχο

Βάσεις 2026: Ποιοι κερδίζουν έδαφος, ποιες σχολές υποχωρούν

Google Logo Μάθε πρώτος όλες τις σημαντικές ειδήσεις. Βάλε το alfavita.gr στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google
Viber Ακολουθήστε το Αlfavita στο Viber

κοινωνία