Η εκπαίδευση αποτελεί μια διαρκή διαδικασία που αρχίζει από την προσχολική ηλικία και συνεχίζεται σε ολόκληρη τη ζωή μας. Στην Ελλάδα αντιμετωπίζουμε τις εκπαιδευτικές βαθμίδες περισσότερο ως διαδοχικά και σχετικά αυτοτελή συστήματα, παρά ως μέρη μιας εκπαιδευτικής διαδρομής.
Το Πανεπιστήμιο, τοποθετημένο ανάμεσα στη θεμελιώδη εκπαίδευση και στη δια βίου μάθηση, μπορεί να διαδραματίσει έναν ουσιαστικό επιστημονικό και συντονιστικό ρόλο. Να συνδέσει τις βαθμίδες, για αυτούς που θα επιλέξουν τις πανεπιστημιακές σπουδές, να ενισχύσει την ανταλλαγή καλών πρακτικών, να συμβάλει στην επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και, κυρίως, να δημιουργήσει μηχανισμούς αμφίδρομης ανατροφοδότησης για την αποτελεσματικότητα της μάθησης και την ουσιαστική απόκτηση παιδείας.
Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο επιτακτική με τις νέες γενιές, τη Γενιά Άλφα και ήδη τη Γενιά Βήτα, που μεγαλώνουν σε ένα ιδιαίτερο και απαιτητικό περιβάλλον διαρκούς τεχνολογικής αλλαγής. Η (κάθε) εκπαίδευση έχει την πρόκληση ότι δε μπορεί πλέον να περιορίζεται στη μετάδοση πληροφοριών, αλλά οφείλει να αξιοποιεί τις δυνατότητες της τεχνολογίας, να καλλιεργεί την κριτική σκέψη, τη δημιουργικότητα, την υπευθυνότητα, τη συνεργασία και την ικανότητα προσαρμογής. Να διαμορφώνει, τελικά, όχι μόνο καταρτισμένους ανθρώπους, αλλά ολοκληρωμένες προσωπικότητες με κρίση, αξίες και κοινωνική συνείδηση. Αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο της παιδείας.
Με αυτή τη φιλοσοφία προχωρήσαμε στη θεσμική συνεργασία του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου με την Περιφερειακή Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Κεντρικής Μακεδονίας. Το Μνημόνιο που υπογράψαμε κατοχυρώνει και διευρύνει μια πρωτοβουλία που δοκιμάστηκε την περσινή χρονιά πιλοτικά με μεγάλη επιτυχία και έχει στόχο να δημιουργήσει μια νέα, ουσιαστική σχέση μεταξύ σχολείου και Πανεπιστημίου.
Η πρώτη κατεύθυνση αφορά στην οργανωμένη, ψηφιακά υποστηριζόμενη (και απλοποιημένη) πρόσβαση των σχολείων στο Πανεπιστήμιο, όχι ως μια τυπική επίσκεψη ή ξενάγηση, αλλά ως μια προετοιμασμένη εκπαιδευτική εμπειρία, προσαρμοσμένη στις ανάγκες κάθε σχολικού τμήματος. Οι μαθήτριες και οι μαθητές συμμετέχουν στη ζωή του Πανεπιστημίου, παρακολουθούν διδασκαλίες στα αμφιθέατρα, γνωρίζουν τα εργαστήρια, τους χώρους της έρευνας και της εκπαίδευσης και τους ανθρώπους της. Αποκτούν βιωματικά την εικόνα ενός κόσμου που μέχρι τότε μπορεί να φάνταζε μακρινός. Έτσι, το Πανεπιστήμιο γίνεται ένας ορατός στόχος και κίνητρο για προσπάθεια, κάνοντας σαφές ότι οι πανεπιστημιακές σπουδές είναι επιλογή και προσωπική κατάκτηση για όσους το επιζητήσουν και προσπαθήσουν ειλικρινά.
Η δεύτερη κατεύθυνση αντιστρέφει τη διαδρομή. Οι Καθηγήτριες και οι Καθηγητές του Πανεπιστημίου επισκέπτονται (διά ζώσης ή διαδικτυακά) τις σχολικές αίθουσες και συμμετέχουν σε μία διδακτική ώρα, συμπληρώνοντας και εμπλουτίζοντας το μάθημα. Με τον τρόπο αυτό η επιστημονική γνώση συναντά τη σχολική πραγματικότητα, κάνει τη διδασκαλία περισσότερο ενδιαφέρουσα και προσφέρει στους μαθητές νέες δυνατότητες αναζήτησης και έναν φυσικό (χωρίς πρόωρες δεσμεύσεις) επαγγελματικό προσανατολισμό.
Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι ότι δημιουργείται ένα ευρύ πεδίο συστηματικής συνεργασίας μεταξύ των εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων. Με κοινές δράσεις, εκπαιδευτικές ημερίδες, επιμόρφωση μέσω του ΚΕΔΙΒΙΜ, στοχευμένα προγράμματα για μαθήτριες και μαθητές, καθώς και αξιοποίηση της ήδη υπάρχουσας συνεργασίας στην πρακτική άσκηση των φοιτητριών και φοιτητών μας και στην εκπαιδευτική έρευνα. Και ταυτόχρονα να μαθαίνουμε και εμείς από την εμπειρία των εκπαιδευτικών των άλλων βαθμίδων, ώστε να βελτιώνουμε τη διδασκαλία και την προετοιμασία όσων θα είναι οι αυριανές φοιτήτριες και οι αυριανοί φοιτητές μας.
Το Αριστοτέλειο, ως το πιο πολυθεματικό Πανεπιστήμιο στην ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Ευρώπης, διαθέτει τις προϋποθέσεις να αναπτύξει αυτή τη συνεργασία σε ολόκληρο σχεδόν το φάσμα των επιστημονικών πεδίων γνώσης. Συνδέουμε, λοιπόν, τις υφιστάμενες δράσεις, αξιοποιούμε υποδομές και ανθρώπινο δυναμικό και δημιουργούμε έναν οργανωμένο μηχανισμό με δυνατότητα συνεχούς εξέλιξης.
Πιστεύουμε ότι το σχολείο δεν είναι ο προθάλαμος του Πανεπιστημίου, ούτε το Πανεπιστήμιο ο επόμενος ή ο τελευταίος σταθμός της εκπαίδευσης. Η ευθύνη μας, συνεπώς, δεν περιορίζεται στα χρόνια κατά τα οποία ένας νέος άνθρωπος φοιτά σε ένα εκπαιδευτικό Ίδρυμα, αλλά αφορά σε ολόκληρη την εκπαιδευτική του διαδρομή.
Αυτό το πρώτο βήμα φιλοδοξούμε να αποτελέσει τον πυρήνα μιας ευρύτερης αντίληψης εκπαιδευτικής πολιτικής για τη χώρα: ένα ενιαίο και αλληλοτροφοδοτούμενο Εθνικό Σύστημα Εκπαίδευσης (με τη συμμετοχή όλων των εκπαιδευτικών φορέων), με έμφαση στη θεμελιώδη εκπαίδευση, που θα αξιοποιεί τη γνώση και την τεχνολογία και θα δίνει περισσότερες δυνατότητες μάθησης, εξέλιξης και δημιουργίας στη ζωή.
Κυριάκος Αναστασιάδης Πρύτανης Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης