Ποιοι παράγοντες αυξάνουν τον κίνδυνο
Το κάπνισμα, τόσο το ενεργητικό όσο και το παθητικό, αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση της ΧΑΠ. Ωστόσο, επιβαρυντική μπορεί να είναι και η μακροχρόνια έκθεση στον καπνό από τζάκια και ξυλόσομπες, ιδιαίτερα σε αστικές περιοχές.
Τα στοιχεία που παρουσιάζει η Ελληνική Πνευμονολογική Εταιρεία αποκαλύπτουν την έκταση του προβλήματος στη χώρα μας. Περίπου 9 στους 100 ενήλικες καπνιστές πάσχουν από τη νόσο, με το ποσοστό να διαμορφώνεται στο 8,4% του πληθυσμού που εξετάστηκε. Σε απόλυτους αριθμούς, οι ασθενείς υπολογίζονται σε περίπου 600.000.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι το 56% των ανθρώπων που πάσχουν δεν γνωρίζει ότι έχει ΧΑΠ. Επιπλέον, περίπου οι μισοί διαγνωσμένοι ασθενείς εξακολουθούν να καπνίζουν.
Η νόσος εμφανίζεται συχνότερα στους άνδρες, οι οποίοι παρουσιάζουν ποσοστό εμφάνισης 11,6%, έναντι 4,8% στις γυναίκες. Με βάση τα συγκεκριμένα στοιχεία, οι άνδρες εμφανίζουν περίπου 2,5 φορές μεγαλύτερη συχνότητα νόσησης.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει συμπεριλάβει τη ΧΑΠ στις σημαντικότερες απειλές για τη δημόσια υγεία, ενώ το οικονομικό βάρος της είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Τα έξοδα για φαρμακευτική αγωγή, νοσηλείες και συνολική περίθαλψη ανέρχονται σε πολύ υψηλά επίπεδα. Ενδεικτικά, στις ΗΠΑ οι ετήσιες δαπάνες για τη νόσο φτάνουν τα 24 δισεκατομμύρια δολάρια.
Τα συμπτώματα που συχνά περνούν απαρατήρητα
Η ΧΑΠ χαρακτηρίζεται από συμπτώματα που εμφανίζονται σταδιακά και επιδεινώνονται με την πάροδο του χρόνου. Τα συνηθέστερα είναι:
Επίμονος βήχας.
Παραγωγή πτυέλων και συχνή απόχρεμψη.
Δύσπνοια, ιδιαίτερα κατά τη σωματική προσπάθεια.
Εύκολη κόπωση και λαχάνιασμα.
Το πρόβλημα είναι ότι πολλοί ασθενείς θεωρούν λανθασμένα πως ο βήχας και η δυσκολία στην αναπνοή αποτελούν φυσιολογικές συνέπειες του καπνίσματος ή της ηλικίας. Έτσι, καθυστερούν να απευθυνθούν σε πνευμονολόγο, με αποτέλεσμα η νόσος να προχωρά χωρίς διάγνωση.
Η Ελληνική Πνευμονολογική Εταιρεία υπογραμμίζει ότι η σπιρομέτρηση είναι η βασική εξέταση που μπορεί να αποκαλύψει τη ΧΑΠ και να συμβάλει στην έγκαιρη διάγνωσή της.
Γιατί χαρακτηρίζεται «σιωπηλός δολοφόνος»
Η ΧΑΠ προκαλεί στένωση των βρόγχων, δηλαδή των αεραγωγών μέσω των οποίων περνά ο αέρας προς τους πνεύμονες, ενώ παράλληλα καταστρέφει σταδιακά τον πνευμονικό ιστό. Οι βλάβες που προκαλούνται μπορεί να γίνουν μη αναστρέψιμες.
Ένα από τα πιο ανησυχητικά χαρακτηριστικά της είναι ότι τα σοβαρά συμπτώματα εμφανίζονται συχνά όταν έχει ήδη καταστραφεί το 50% έως 60% της πνευμονικής λειτουργίας. Σε αυτό το στάδιο, ο ασθενής μπορεί να παρουσιάζει δύο ή τρία επεισόδια έντονης επιδείνωσης κάθε χρόνο, τα οποία ενδέχεται να απαιτούν νοσηλεία.
Εάν κάποιος συνεχίζει να καπνίζει και να αγνοεί τον επίμονο βήχα, την απόχρεμψη και τη δύσπνοια, επιτρέπει στη νόσο να εξελίσσεται προς πιο προχωρημένα στάδια.
Στις σοβαρές περιπτώσεις, ακόμη και απλές καθημερινές δραστηριότητες, όπως οι δουλειές του σπιτιού, γίνονται εξαιρετικά δύσκολες. Ο ασθενής μπορεί να αντιμετωπίζει προβλήματα στον ύπνο, να αδυνατεί να συμμετέχει σε οικογενειακές και κοινωνικές δραστηριότητες και να περιορίζεται σημαντικά η προσωπική και σεξουαλική του ζωή.
Σε προχωρημένο στάδιο, η καθημερινότητά του μπορεί να εξαρτάται πλήρως από τη βοήθεια της οικογένειας και τη συνεχή χορήγηση οξυγόνου, ακόμη και σε 24ωρη βάση.
Παράλληλα, η ΧΑΠ συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών καρδιαγγειακών επιπλοκών, όπως το έμφραγμα και το εγκεφαλικό επεισόδιο. Για τον λόγο αυτό, η έγκαιρη αναγνώριση της νόσου έχει ιδιαίτερη σημασία.
Τι πρέπει να κάνουν οι καπνιστές και οι ασθενείς
Η Ελληνική Πνευμονολογική Εταιρεία επισημαίνει ότι οι καπνιστές ηλικίας άνω των 35 ετών που εμφανίζουν έστω και ένα από τα βασικά συμπτώματα της ΧΑΠ, όπως βήχα, απόχρεμψη ή δύσπνοια, πρέπει να απευθύνονται σε πνευμονολόγο για αξιολόγηση. Η διακοπή του καπνίσματος αποτελεί επίσης βασικό μέτρο προστασίας.
Παράλληλα, συνιστάται στους καπνιστές να υποβάλλονται σε τακτικό έλεγχο της αναπνευστικής λειτουργίας με σπιρομέτρηση, η οποία πρέπει να πραγματοποιείται σε κατάλληλα εξοπλισμένα και πιστοποιημένα πνευμονολογικά ιατρεία. Σημαντική είναι επίσης η αξιοποίηση των ειδικών ιατρείων και προγραμμάτων υποστήριξης για τη διακοπή του καπνίσματος.
Όσοι έχουν ήδη διαγνωστεί με ΧΑΠ χρειάζεται να ακολουθούν εξατομικευμένο πρόγραμμα θεραπείας και να περιορίζουν όσο το δυνατόν περισσότερο την έκθεσή τους στους παράγοντες που επιδεινώνουν την κατάστασή τους.
Η ΕΠΕ ζητά, παράλληλα, από την Πολιτεία να ενισχύσει τις υγειονομικές δομές με επαρκή αριθμό πνευμονολόγων, ώστε να βελτιωθεί η πρόληψη, η διάγνωση και η αντιμετώπιση της νόσου.
Τέλος, τονίζει την ανάγκη για περισσότερες δράσεις περιορισμού του καπνίσματος, αυστηρότερη εφαρμογή της απαγόρευσής του στους δημόσιους χώρους και μέτρα για τη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Στις πηγές επιβάρυνσης περιλαμβάνονται τόσο ο καπνός από τζάκια και σόμπες μέσα στα σπίτια όσο και οι εκπομπές από αυτοκίνητα και βιομηχανικές δραστηριότητες.