Η σύγχυση ανάμεσα στις λέξεις «οδύνες» και «ωδίνες» αποτελεί ένα από τα πιο συνηθισμένα γλωσσικά ολισθήματα στον γραπτό λόγο, καθώς η ηχητική τους ομοιότητα συχνά παραπλανεί τους χρήστες της ελληνικής γλώσσας. Παρά το γεγονός ότι και οι δύο όροι κινούνται γύρω από τον θεματικό άξονα του πόνου, διαφέρουν ριζικά τόσο ως προς την ετυμολογία όσο και ως προς τη σημασία τους, καθιστώντας αναγκαία τη σαφή διάκρισή τους για την αποφυγή λαθών στη σύνταξη κειμένων.
Η λέξη οδύνη ετυμολογείται από την αρχαία ελληνική λέξη ὀδύνη και χρησιμοποιείται ιστορικά για να δηλώσει τον βαθύ σωματικό ή ψυχικό πόνο. Στη σύγχρονη και κυρίως στη μεταφορική της χρήση, απαντάται συχνά σε εκφράσεις όπως «οι οδύνες του χωρισμού» ή «οι οδύνες της ψυχής», αναφερόμενη αποκλειστικά σε συναισθηματικές πληγές, υπαρξιακά βάσανα, θλίψεις και εσωτερικές δοκιμασίες που βιώνει ο άνθρωπος.
Αντίθετα, οι ωδίνες έλκουν την καταγωγή τους από το αρχαίο ὠδίς, το οποίο παραπέμπει κυρίως στον πόνο του τοκετού και τα κοιλοπονήματα. Στη μεταφορική τους διάσταση, οι ωδίνες χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν τις δυσκολίες που προηγούνται μιας γέννησης —κυριολεκτικά ή συμβολικά—, όπως αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στις φράσεις «οι ωδίνες της δημιουργίας» ή «οι ωδίνες της γέννησης ενός νέου θεσμού», συμβολίζοντας τον πόνο που τελικά γεννά κάτι καινούργιο.