Το μαύρο τσάι χωρίς ζάχαρη αναδεικνύεται σε μια ιδιαίτερα ευεργετική καθημερινή συνήθεια, καθώς προσφέρει στον οργανισμό πολύτιμες φυτικές ενώσεις με αντιοξειδωτική δράση, αποτελώντας ταυτόχρονα μια υγιεινή εναλλακτική απέναντι στα ζαχαρούχα ροφήματα. Η διατροφική του αξία βασίζεται κυρίως στις πολυφαινόλες και τα φλαβονοειδή (όπως οι θεαφλαβίνες), τα οποία σχηματίζονται κατά την οξείδωση των φύλλων του φυτού. Οι ουσιαστικές αυτές ενώσεις εξετάζονται επιστημονικά για τη συμβολή τους στη μείωση των φλεγμονών και τη βελτίωση της λειτουργίας των αιμοφόρων αγγείων, χωρίς ωστόσο η παρουσία τους να συνεπάγεται αυτόματα την απόλυτη πρόληψη καρδιακών επεισοδίων.
Τα επιδημιολογικά δεδομένα για τα καρδιαγγειακά οφέλη κρίνονται ενθαρρυντικά, με χαρακτηριστικότερη μια εκτεταμένη μελέτη της UK Biobank σε σχεδόν 500.000 ενηλίκους, η οποία παρακολουθήθηκε για περισσότερα από 11 έτη. Η εν λόγω έρευνα συσχέτισε τη συστηματική κατανάλωση μαύρου τσαγιού με χαμηλότερη θνησιμότητα από καρδιοπάθειες και εγκεφαλικά επεισόδια, διευρύνοντας τις γνώσεις μας που παλαιότερα αφορούσαν κυρίως το πράσινο τσάι. Εντούτοις, δεδομένου ότι πρόκειται για μελέτη παρατήρησης, οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι δεν τεκμηριώνεται άμεση σχέση αιτίου και αιτιατού, καθώς στη μείωση του κινδύνου ενδέχεται να συντελούν και άλλοι παράγοντες του συνολικού τρόπου ζωής των συμμετεχόντων.
Όσον αφορά την επίδραση στην αρτηριακή πίεση, οι κλινικές δοκιμές παρουσιάζουν μια πιο συγκρατημένη εικόνα, καταγράφοντας οριακές μειώσεις στη συστολική και διαστολική πίεση (κατά 1 mmHg και 0,6 mmHg αντίστοιχα). Συνεπώς, καθίσταται σαφές ότι το μαύρο τσάι δεν λειτουργεί ως θεραπεία για την υπέρταση ούτε υποκαθιστά τη συνταγογραφούμενη φαρμακευτική αγωγή. Παράλληλα, δεν υφίσταται αυστηρά καθορισμένη ημερήσια δοσολογία, αν και η κατανάλωση 2 ή περισσότερων φλιτζανιών ημερησίως είναι η πιο συχνά μελετημένη, με τους καταναλωτές να οφείλουν να συνυπολογίζουν τη συνολική πρόσληψη καφεΐνης (περίπου 48 mg ανά φλιτζάνι 240 ml).
Τέλος, σχετικά με τις συνήθεις απορίες των καταναλωτών, η επιστημονική κοινότητα διευκρινίζει ότι η προσθήκη μικρής ποσότητας γάλακτος δεν αναιρεί τα οφέλη του ροφήματος, καθώς η βρετανική μελέτη κατέγραψε θετικές συσχετίσεις ακόμα και σε άτομα που έπιναν τσάι με γάλα. Όσον αφορά τις εκδοχές χωρίς καφεΐνη (ντεκαφεϊνέ), παρότι βοηθούν στον περιορισμό της καφεΐνης —ιδιαίτερα χρήσιμο για εγκύους, όπου το όριο είναι τα 200 mg ημερησίως, ή άτομα με ευαισθησία στον ύπνο— δεν έχει αποδειχθεί ότι προσφέρουν τα ίδια καρδιαγγειακά οφέλη, καθώς η διαδικασία αποκαφεϊνωσης ενδέχεται να μεταβάλει τη συγκέντρωση των ευεργετικών πολυφαινολών.