Μια εικόνα βαθιάς κοινωνικής και οικονομικής ανισότητας αποτυπώνεται στα επίσημα στοιχεία του ασφαλιστικού συστήματος, αποκαλύπτοντας μια πραγματικότητα δύο ταχυτήτων στην ελληνική κοινωνία. Την ώρα που το κυβερνητικό επιτελείο προβάλλει τους θετικούς οικονομικούς δείκτες, τα πραγματικά δεδομένα αποδεικνύουν ότι εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχοι δίνουν καθημερινή μάχη επιβίωσης, καθώς πάνω από τους μισούς λαμβάνουν κύρια σύνταξη που δεν υπερβαίνει τα 1.000 ευρώ μεικτά, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη την κάλυψη των βασικών αναγκών.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της έκθεσης του συστήματος «ΗΛΙΟΣ», η μέση κύρια σύνταξη στη χώρα διαμορφώνεται μόλις στα 869,17 ευρώ μεικτά, αποτυπώνοντας το χαμηλό επίπεδο των μηνιαίων εισοδημάτων. Ειδικότερα, από το σύνολο των 2.542.740 συνταξιούχων, το 53,6% (1.364.068 άνθρωποι) εισπράττει έως 1.000 ευρώ μεικτά, ενώ 883.115 συνταξιούχοι λαμβάνουν έως 700 ευρώ. Ακόμη πιο δραματική είναι η κατάσταση για 412.328 δικαιούχους, οι οποίοι καλούνται να επιβιώσουν με ποσά που δεν ξεπερνούν τα 500 ευρώ μεικτά τον μήνα, την ώρα που οι επικουρικές συντάξεις (μέσος όρος 196,08 ευρώ) και τα μερίσματα (116,50 ευρώ) αφορούν περιορισμένο αριθμό πολιτών.
Η εκτόξευση της ακρίβειας στα είδη πρώτης ανάγκης, τα αυξημένα ενοίκια, το κόστος ενέργειας και η φαρμακευτική δαπάνη «καταπίνουν» το πενιχρό εισόδημα των ηλικιωμένων από τις πρώτες κιόλας ημέρες κάθε μήνα. Η οριακή αυτή συνθήκη συνδέεται άμεσα με τα ευρήματα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τα οποία δείχνουν ότι το 27,5% των πολιτών στην Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπο με τον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, ενώ παράλληλα έρευνα του ΙΟΒΕ καταγράφει ότι το 58% των νοικοκυριών μόλις καταφέρνει να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις του και το 82% δηλώνει αδυναμία αποταμίευσης.
Παράλληλα με τα χαμηλά εισοδήματα, καταγράφονται ανησυχητικές εσωτερικές ανισότητες εντός του ιδίου του ασφαλιστικού συστήματος. Οι νέες συντάξεις που απονέμονται στους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα εμφανίζονται σχεδόν 36% χαμηλότερες σε σύγκριση με εκείνες των συνταξιοδοτούμενων από το Δημόσιο. Η μεγάλη αυτή απόκλιση αποτελεί το άμεσο αποτέλεσμα των διαρθρωτικών προβλημάτων της αγοράς εργασίας των τελευταίων δεκαετιών, όπως οι χαμηλοί μισθοί, η παρατεταμένη ανεργία, η υποαπασχόληση και οι ευέλικτες μορφές εργασίας.
Πίσω από τους ψυχρούς αριθμούς και τους δείκτες βρίσκονται εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που κατέβαλαν ασφαλιστικές εισφορές για 30 και 40 έτη, βλέποντας σήμερα την αγοραστική τους δύναμη να συρρικνώνεται ραγδαία. Αυτή η δραματική υποχώρηση του βιοτικού επιπέδου αποδεικνύει ότι οι όποιες ονομαστικές ετήσιες αυξήσεις κρίνονται ανεπαρκείς για την επούλωση των απωλειών, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη για ουσιαστικές διορθωτικές παρεμβάσεις.
Το κρίσιμο διακύβευμα για την άσκηση της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής συμπυκνώνεται πλέον στην ανάγκη λήψης δομικών μέτρων για την ανάσχεση της συνταξιοδοτικής φτώχειας. Η διασφάλιση της πραγματικής αξιοπρέπειας των ηλικιωμένων απαιτεί στοχευμένες ενισχύσεις και ουσιαστική προστασία απέναντι στο κύμα της ακρίβειας, ώστε η ανάπτυξη της οικονομίας να μην παραμένει κενό γράμμα για την πλειονότητα των απόμαχων της εργασίας.