Στα ελληνικά, το ασανσέρ αποδίδεται ως ανελκυστήρας, δηλαδή ο μηχανισμός που μεταφέρει ανθρώπους ή αντικείμενα από έναν όροφο σε έναν άλλο.
Η λέξη «ασανσέρ» προέρχεται από το γαλλικό ascenseur. Η γαλλική λέξη συνδέεται με το λατινικό ascendere, που σημαίνει «ανεβαίνω», ενώ στην ίδια γλωσσική οικογένεια ανήκει και το ascensio, με τη σημασία της «ανάβασης».
Η έννοια της ανόδου έχει διαχρονικά ισχυρή παρουσία και στην ελληνική γλώσσα και σκέψη, καθώς συνδέεται με την ανύψωση, την πορεία προς τα πάνω και, μεταφορικά, την πρόοδο και την ανέλιξη.
Έτσι, πίσω από μια τόσο συνηθισμένη λέξη της καθημερινότητας κρύβεται μια ολόκληρη ιστορία γύρω από την ανθρώπινη προσπάθεια να ξεπεράσει τα όρια του εδάφους και να κινηθεί προς το ύψος.
Από την αρχαία αντίληψη του Ολύμπου έως τις σύγχρονες πολυκατοικίες, η ανάγκη για «ανάβαση» αποτελεί διαχρονικό στοιχείο της ανθρώπινης εμπειρίας. Το ασανσέρ, επομένως, δεν είναι απλώς ένα τεχνικό μέσο μετακίνησης μεταξύ ορόφων, αλλά ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η γλώσσα αποτυπώνει την ιδέα της ανόδου και της μετάβασης προς τα πάνω.