Η κατάθλιψη δεν επηρεάζει μόνο τη διάθεση. Μπορεί να συνδέεται και με δυσκολίες στη συγκέντρωση και τη μνήμη, με τους επιστήμονες να αναζητούν εδώ και χρόνια τους μηχανισμούς που κρύβονται πίσω από αυτή τη σύνδεση.
Μια νέα μελέτη έρχεται να προσθέσει ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ, καθώς εντόπισε μικρότερο όγκο σε συγκεκριμένη περιοχή του ιππόκαμπου σε ανθρώπους με κατάθλιψη. Πρόκειται για μια περιοχή του εγκεφάλου που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη μάθηση και τη μνήμη.
Ωστόσο, υπάρχει μια σημαντική διευκρίνιση: η έρευνα εντόπισε συσχέτιση και όχι αιτία. Δεν αποδεικνύει, δηλαδή, ότι η κατάθλιψη προκαλεί τη συγκεκριμένη αλλαγή στον εγκέφαλο.
Τι έδειξε η νέα μελέτη
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο Translational Psychiatry, βασίστηκε σε μαγνητικές τομογραφίες 2.009 ενηλίκων ηλικίας 50 έως 90 ετών. Από αυτούς, 630 είχαν κατάθλιψη, είτε λόγω τρεχόντων συμπτωμάτων είτε βάσει προηγούμενης διάγνωσης, ενώ 1.379 δεν είχαν ιστορικό κατάθλιψης.
Οι ερευνητές εξέτασαν τρεις διαφορετικές υποπεριοχές του ιππόκαμπου: την CA1, το subiculum και την CA23DG, η οποία περιλαμβάνει τις CA2, CA3 και την οδοντωτή έλικα.
Η σημαντικότερη διαφορά εντοπίστηκε στην CA23DG, όπου τα άτομα με κατάθλιψη παρουσίαζαν μικρότερο όγκο. Το εύρημα παρέμεινε ακόμη και όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, ο δείκτης μάζας σώματος και η σωματική δραστηριότητα, αλλά και βασικούς δείκτες που σχετίζονται με τη νόσο Αλτσχάιμερ, όπως το αμυλοειδές, η πρωτεΐνη tau και η παραλλαγή APOE ε4. Αντίστοιχη σημαντική διαφορά δεν εντοπίστηκε στην CA1 ή στο subiculum.
Η CA23DG έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς συμμετέχει σε λειτουργίες που σχετίζονται με τη μνήμη, όπως η διάκριση ανάμεσα σε παρόμοιες εμπειρίες, η ανάκτηση αποθηκευμένων πληροφοριών και η ανακατασκευή μιας μνήμης όταν δεν είναι διαθέσιμα όλα τα αρχικά στοιχεία.
Το εύρημα, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η μικρότερη CA23DG προκαλεί προβλήματα μνήμης. Οι συμμετέχοντες ήταν γνωστικά υγιείς και η μελέτη κατέγραψε δομικές διαφορές στον εγκέφαλο, χωρίς να αποδεικνύει ότι αυτές οδηγούν σε απώλεια μνήμης.
Τι σημαίνει για την κατάθλιψη και το Αλτσχάιμερ
Η συγκεκριμένη έρευνα έρχεται να προστεθεί σε προηγούμενες μελέτες που έχουν συνδέσει την κατάθλιψη με μικρότερο συνολικό όγκο του ιππόκαμπου, ιδιαίτερα σε ανθρώπους με επαναλαμβανόμενα επεισόδια μείζονος κατάθλιψης.
Παράλληλα, η κατάθλιψη έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο άνοιας, ενώ τόσο η κατάθλιψη όσο και η νόσος Αλτσχάιμερ μπορούν να επηρεάσουν τον ιππόκαμπο. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η κατάθλιψη προκαλεί Αλτσχάιμερ.
Μάλιστα, στη συγκεκριμένη μελέτη οι δείκτες που σχετίζονται με τη νόσο Αλτσχάιμερ δεν εξηγούσαν τη σχέση ανάμεσα στην κατάθλιψη και τον μικρότερο όγκο της CA23DG. Το εύρημα αφήνει έτσι ανοιχτό το ενδεχόμενο η συγκεκριμένη σύνδεση να σχετίζεται με διαφορετικούς βιολογικούς μηχανισμούς.
Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης τη σχέση με τη λήψη αντικαταθλιπτικών. Μεταξύ των συμμετεχόντων με κατάθλιψη, όσοι λάμβαναν αντικαταθλιπτική αγωγή παρουσίαζαν μικρότερο όγκο στην CA23DG και την CA1 σε σχέση με όσους δεν λάμβαναν. Αυτό, όμως, δεν αποδεικνύει ότι τα αντικαταθλιπτικά προκαλούν αλλαγές στον εγκέφαλο. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο όσοι λάμβαναν αγωγή να είχαν πιο σοβαρή ή πιο μακροχρόνια κατάθλιψη.
Για τον ίδιο λόγο, οι ειδικοί δεν συνιστούν σε κανέναν να αλλάξει ή να διακόψει τη φαρμακευτική του αγωγή με βάση τα συγκεκριμένα αποτελέσματα.
Ούτε μια μαγνητική τομογραφία μπορεί σήμερα να χρησιμοποιηθεί για να διαγνώσει την κατάθλιψη. Η μικρότερη περιοχή που εντοπίστηκε αφορά μια μέση διαφορά μεταξύ ομάδων και δεν αποτελεί διαγνωστικό δείκτη για ένα μεμονωμένο άτομο.
Το βασικό συμπέρασμα της έρευνας είναι επομένως πιο συγκρατημένο από τον εντυπωσιακό τίτλο: οι μεγαλύτεροι ενήλικες με κατάθλιψη φαίνεται να έχουν μικρότερο όγκο σε μια συγκεκριμένη υποπεριοχή του ιππόκαμπου, όμως οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν ακόμη αν η κατάθλιψη προκαλεί αυτή την αλλαγή, αν συμβαίνει το αντίστροφο ή αν εμπλέκονται άλλοι παράγοντες.
Το εύρημα αποτελεί ένα ακόμη στοιχείο στην προσπάθεια να κατανοηθεί καλύτερα η σχέση ανάμεσα στην κατάθλιψη, τη λειτουργία της μνήμης και τις αλλαγές στον εγκέφαλο — χωρίς, προς το παρόν, να δίνει μια οριστική απάντηση.