Το τάνγκο γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στις λαϊκές συνοικίες του Μπουένος Άιρες και του Μοντεβιδέο, εκεί όπου συναντήθηκαν διαφορετικοί κόσμοι: Ευρωπαίοι μετανάστες, Αφρικανοί, ντόπιοι πληθυσμοί, μουσικές παραδόσεις και άνθρωποι που κουβαλούσαν μαζί τους νοσταλγία, φτώχεια, έρωτα και την ανάγκη να εκφραστούν. Στην αρχή θεωρήθηκε μουσική και χορός των λιμανιών και των φτωχών συνοικιών. Σιγά σιγά όμως πέρασε στα σαλόνια της Αργεντινής, ταξίδεψε στην Ευρώπη και στις αρχές του 20ού αιώνα κατέκτησε ιδιαίτερα το Παρίσι.
Το τάνγκο δεν είναι απλώς ένας χορός. Είναι μια μικρή ιστορία που αφηγούνται δύο σώματα. Έχει προσέγγιση και απομάκρυνση, ένταση και σιωπή, επιθυμία και ματαίωση. Γι’ αυτό και περισσότερο από έναν αιώνα μετά τη γέννησή του εξακολουθεί να συγκινεί. Στη μουσική του πρωταγωνιστικό ρόλο απέκτησε το μπαντονεόν, το όργανο που ταυτίστηκε όσο κανένα άλλο με τον μελαγχολικό και παθιασμένο ήχο του αργεντίνικου τάνγκο.
Σε αυτόν ακριβώς τον κόσμο συνομιλεί η Ζωή Τηγανούρια, με το ακορντεόν της να γίνεται όχι απλώς μουσικό όργανο αλλά αφηγητής. Οι νότες αποκτούν θεατρικότητα, πότε ψιθυρίζουν και πότε ξεσπούν, μεταφέροντας στη σκηνή κάτι από την παλιά ψυχή του Μπουένος Άιρες αλλά και μια σύγχρονη, προσωπική ματιά πάνω στο τάνγκο.
Ιδιαίτερη σημασία όμως στην παράσταση έχει η σκηνοθεσία και οι φωτισμοί του Μάνου Αντωνίου, γιατί είναι αυτή που ενώνει τα επιμέρους στοιχεία και τα μετατρέπει σε ολοκληρωμένη σκηνική αφήγηση. Η μουσική, η κίνηση, οι αποστάσεις των σωμάτων, οι είσοδοι και οι έξοδοι, το φως και η σιωπή δεν λειτουργούν ανεξάρτητα. Το ακορντεόν της Ζωής Τηγανούρια γίνεται η φωνή όσων δεν λέγονται και η σκηνοθεσία δίνει στις νότες σώμα, χώρο και δραματουργία.
Έτσι, από τα λιμάνια του Ρίο ντε λα Πλάτα μέχρι τη σύγχρονη θεατρική σκηνή, το τάνγκο συνεχίζει να κάνει αυτό που ήξερε πάντοτε καλύτερα: να αφηγείται χωρίς πολλά λόγια τις πιο δύσκολες ιστορίες του έρωτα και της ανθρώπινης επιθυμίας.