Σύμφωνα με το λεξικό του Γιώργου Μπαμπινιώτη, «ωκύπτερος» χαρακτηρίζεται εκείνος που πετά γρήγορα, δηλαδή ο γοργόφτερος.
Η λέξη είναι σύνθετη και αποτελείται από δύο αρχαιοελληνικά στοιχεία. Το πρώτο συνθετικό είναι το «ωκύς», που σημαίνει «γρήγορος» ή «ταχύς», ενώ το δεύτερο είναι το «-πτερος», το οποίο συνδέεται με τη λέξη «πτερόν», δηλαδή το φτερό.
Έτσι, η ετυμολογική σύνθεση της λέξης αποδίδει κυριολεκτικά την έννοια εκείνου που έχει γρήγορη πτήση ή πετά με μεγάλη ταχύτητα.
Στη σύγχρονη ελληνική γλώσσα, ως πιο εύκολη και άμεσα κατανοητή απόδοση της λέξης μπορεί να χρησιμοποιηθεί το «γοργόφτερος».