Σύμφωνα με πρόσφατη επιστημονική έρευνα που διεξήγαγε το Πανελλήνιο Κέντρο Οικολογικών Ερευνών (ΠΑΚΟΕ) στις 6 Αυγούστου 2026, οι υπόγειοι χώροι του Μετρό της Αθήνας μετατρέπονται κατά τους καλοκαιρινούς μήνες σε «παγίδες» επικίνδυνων ρύπων.
Παρά το γεγονός ότι οι κλιματιζόμενες αποβάθρες φαντάζουν ως καταφύγιο δροσιάς απέναντι στις υψηλές θερμοκρασίες της επιφάνειας, οι επιτόπιες μετρήσεις σε εννέα κεντρικούς σταθμούς (όπως το Σύνταγμα, ο Ευαγγελισμός, ο Σταθμός Λαρίσης και το Μοναστηράκι) αποκαλύπτουν ότι ο αέρας που ανακυκλώνεται στα έγκατα του δικτύου είναι σοβαρά επιβαρυμένος και αγγίζει οριακά επίπεδα επικινδυνότητας.
Η συγκριτική ανάλυση μεταξύ των αποβαθρών και των εξωτερικών εξόδων των σταθμών ανέδειξε συστηματικές υπερβάσεις των ανώτατων επιτρεπτών ορίων σε πληθώρα ατμοσφαιρικών παραμέτρων. Ειδικότερα, τα λεπτά αιωρούμενα σωματίδια PM2.5 και PM10 κατέγραψαν εξαιρετικά υψηλές τιμές (με τα PM2.5 να φτάνουν έως και τα 100 μg/m³ έναντι ορίου 5 μg/m³ και τα PM10 έως τα 201 μg/m³), εξαιτίας της συνεχούς τριβής των συρμών με τις ράγες και τα φρένα. Παράλληλα, οι συγκεντρώσεις διοξειδίου του άνθρακα (CO₂) εκτοξεύθηκαν (έως 1174 ppm) λόγω συνωστισμού, ενώ οι τιμές της φορμαλδεΰδης (HCHO) ήταν ομοίως αυξημένες εξαιτίας της εκπομπής χημικών από τα υλικά κατασκευής και καθαρισμού.
Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι αυτό το «τοξικό κοκτέιλ» ρύπων προκαλείται από τον συνδυασμό του ελλιπούς εξαερισμού και της αυξημένης επιβατικής κίνησης, εγκλωβίζοντας τα σωματίδια και τους ατμούς στους κλειστούς υπόγειους χώρους. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσαν οι ημι-υπαίθριοι ή καλύτερα αεριζόμενοι σταθμοί, όπως τα Κάτω Πατήσια και η Βικτώρια, όπου η κυκλοφορία του αέρα συγκράτησε τις συγκεντρώσεις σε χαμηλότερα επίπεδα. Η έκθεση σε αυτούς τους ρύπους ενέχει κινδύνους για το αναπνευστικό και κυκλοφοριακό σύστημα, ενώ μπορεί να προκαλέσει άμεσα συμπτώματα όπως ζάλη, πονοκεφάλους, κόπωση και ερεθισμούς στους βλεννογόνους.
Έως ότου ληφθούν αρμοδίως τα απαραίτητα μέτρα για την αναβάθμιση των συστημάτων φιλτραρίσματος και εξαερισμού, το ΠΑΚΟΕ συστήνει συγκεκριμένες πρακτικές προστασίας για τους επιβάτες. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η χρήση μάσκας υψηλής προστασίας (FFP2/KN95), η ελαχιστοποίηση του χρόνου αναμονής στις αποβάθρες, η αποφυγή μετακινήσεων κατά τις ώρες αιχμής, η καλή ενυδάτωση και ο σχολαστικός καθαρισμός του προσώπου μετά τη διαδρομή.
Ιδιαίτερη μέριμνα και συμβουλή γιατρού συνιστάται για τις ευπαθείς ομάδες, όπως άτομα με άσθμα, αλλεργίες ή χρόνια αναπνευστικά νοσήματα.