Αλλάζει ξανά ο καιρός: Βροχές και καταιγίδες το Σαββατοκύριακο – Τι αναμένουμε σε Αττική και Θεσσαλονίκη

Εκπαίδευση 0

Πρόεδρος ΟΙΕΛΕ: «Πρόγραμμα PISA: Τελικά, τις πταίει;»

Ο Πρόεδρος της ΟΙΕΛΕ Γιώργος Χριστόπουλος
Google Logo Μάθε πρώτος όλες τις σημαντικές ειδήσεις. Βάλε το alfavita.gr στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google
Άρθρο του Προέδρου της ΟΙΕΛΕ για τις αιτίες διαρκούς, από το 2012, υποχώρησης των επιδόσεων των μαθητών στο Πρόγραμμα στο PISA τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένας συνδυασμός διαχρονικών θέσεων της ΟΙΕΛΕ για τα φλέγοντα θέματα της Παιδείας και προσωπικών σκέψεων/απόψεων μετά από χρόνια υπηρεσίας στην τάξη και στα κοινά της εκπαίδευσης. Δεν φιλοδοξεί να αποτελέσει συνταγή «θεραπείας», αλλά περισσότερο τροφή για σκέψη και κατάθεση προτάσεων/ιδεών στο δημόσιο διάλογο.

Για μια ακόμη χρονιά, τα αποτελέσματα της «ελληνικής» εκδοχής του προγράμματος PISA μονοπώλησαν τον δημόσιο διάλογο για τα της Παιδείας. Οι χαμηλές επιδόσεις των μαθητών μας (αν και κάπως καλύτερες από άλλα χρόνια) έγιναν αφορμή πλήθους επιδερμικών αναλύσεων, οι περισσότερες εκ των οποίων έδειχναν ως «ενόχους» για τα αποτελέσματα τους συνήθεις υπόπτους. Τους εκπαιδευτικούς.

Είναι όμως έτσι; Σε όλες σχεδόν τις χώρες που συμμετέχουν, όχι μόνο στην Ελλάδα, οι επιδόσεις από το 2012 και έπειτα κατρακυλούν, ακόμη και σε αυτές με ισχυρά συστήματα (Φινλανδία, Σιγκαπούρη, Κορέα, Δανία, Ιρλανδία). Φέτος οι επιδόσεις των συμμετεχόντων μαθητών έφθασαν σε ιστορικό χαμηλό. Γι' αυτό θα πρέπει πρώτα να αναρωτηθούμε για τις γενικές αιτίες παρακμής της εκπαίδευσης διεθνώς. Φταίνε τελικά μόνο οι εκπαιδευτικοί, ή υπάρχουν άλλες, σημαντικότερες αιτίες; Ας αναρωτηθούμε.

  • Μήπως η νεοφιλελεύθερη εμμονή στη δημιουργία ενός σχολείου μετρήσιμων δεικτών και αποκλειστικής διασύνδεσης με την αγορά - που είχε ως αποτέλεσμα τη συρρίκνωση των ανθρωπιστικών σπουδών και της ολιστικής παιδείας - ακρωτηρίασε την εκπαιδευτική διαδικασία;
  • Μήπως, επίσης, η δυσκολία εύρεσης ισορροπίας ανάμεσα στη χρήση των ψηφιακών εργαλείων και στην «παραδοσιακή» μάθηση επηρέασε την ποιότητα της εκπαίδευσης;
  • Μήπως η γενική κοινωνική/εργασιακή απορρύθμιση, οι εντεινόμενες ανισότητες και η δραματική επιδείνωση των όρων εργασίας αποδυνάμωσαν τη σχέση γονέων -- μαθητών - σχολείου;
  • Μήπως δεν ευθύνεται σχεδόν αποκλειστικά ο COVID (όπως επιχειρούν να μας πείσουν κάποιοι συντηρητικοί αναλυτές που «ξεχνούν» βολικά ότι η κατηφόρα των επιδόσεων ξεκίνησε σχεδόν μια δεκαετία πριν τα lockdown) αλλά οι διαρκείς οικονομικές, κοινωνικές και ηθικές κρίσεις που προκαλεί το ανεξέλεγκτο δόγμα της αγοράς και οι οποίες πλήττουν το σχολείο όσο ακριβώς πλήττουν τους υπόλοιπους κοινωνικούς θεσμούς και τα δημόσια αγαθά;
  • Μήπως, τελικά, το διεθνές πρόβλημα της μη ελκυστικότητας του εκπαιδευτικού επαγγέλματος απομακρύνει από το χώρο της εκπαίδευσης ταλαντούχους νέους επιστήμονες και φέρνει στις τάξεις ανθρώπους με μικρό ενδιαφέρον για την Παιδεία;

Φυσικά, στη χώρα μας υπάρχουν ειδικές αιτίες που ευθύνονται για τις χαμηλές επιδόσεις. Πολλές από αυτές έχουν επισημανθεί από την ΟΙΕΛΕ στο δημόσιο διάλογο. Τις πταίει λοιπόν στην Ελλάδα;

  • Ο μεγάλος ασθενής της ελληνικής εκπαίδευσης είναι το αναλυτικό πρόγραμμα. Αντί της απαιτούμενης ελάφρυνσης, ο όγκος των μαθημάτων παραμένει τεράστιος και συχνά η ύλη προορίζεται για παιδιά υψηλών δυνατοτήτων ή ακόμα και μεγαλύτερων ηλικιών. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα επικεντρώνεται στη μεταφορά «της μέγιστης δυνατής πληροφορίας ανά μονάδα χρόνου, στη μικρότερη δυνατή ηλικία, κι όποιος τα καταφέρει». Αυτή η άρρητη διαστροφή του συστήματος, «γεννά» παιδιά με ημιτελείς, κακοχωνεμένες γνώσεις, ακυρώνει το παιδαγωγικό πλαίσιο αναφοράς της σχολικής κοινότητας, και συμβάλλει στη διεύρυνση των εκπαιδευτικών και κοινωνικών ανισοτήτων.
  • Σε πολλές αναλύσεις, κάποιες εκ των οποίων προέρχονται και από συλλογικότητες της εκπαίδευσης, διατυπώνεται η πρόταση: «λιγότερες εκπαιδευτικές δραστηριότητες για να κάνουμε περισσότερο μάθημα». Η ανάλυση αυτή αγνοεί πλήρως την προηγούμενη επισήμανση. Το βασικό πρόβλημα δεν έγκειται στις δραστηριότητες (πολλές εκ των οποίων εμπλουτίζουν το «πολιτισμικό κεφάλαιο» και τις δεξιότητες των παιδιών) αλλά στην «παραδοσιακή» ύλη. Η προσωπική μου εκτίμηση είναι πολύ διαφορετική. Απαιτείται [η δραστική συρρίκνωση και απλοποίηση της ύλης και η ενίσχυση δραστηριοτήτων και δεξιοτήτων], όπως οι χειροτεχνίες, η κηπουρική, η μουσειακή εκπαίδευση, η αισθητική αγωγή και η εκμάθηση «δεξιοτήτων ζωής», ιδιαίτερα στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση.
  • Η οργάνωση της ύλης είναι εντελώς αναχρονιστική. Με αποκλειστικό στόχο την ικανοποίηση μικροσυντεχνιακών επιδιώξεων, έχει κατακερματιστεί το αναλυτικό πρόγραμμα σε δεκάδες αντικείμενα που δεν «επικοινωνούν» μεταξύ τους. Στην εποχή της διαθεματικότητας και της σύγκλισης των μαθησιακών αντικειμένων, το ωρολόγιο πρόγραμμα μένει κολλημένο σε λογικές που θυμίζουν σχολείο ελληνικής ταινίας της δεκαετίας του '60.
  • Τα τεράστια κενά στη δημόσια εκπαίδευση και η τρομακτική κατάχρηση αναπληρωτών εκπαιδευτικών έχουν μετατρέψει πολλά σχολεία, ιδίως σε δύσκολες κοινωνικά και δυσπρόσιτες περιοχές, «κέντρα διερχομένων». Το καλό σχολείο ωριμάζει μαζί με τους εκπαιδευτικούς του (όπως δέχεται ακόμη και ο ΟΟΣΑ). Σχολείο και η σχολική κοινότητα δεν μπορούν να αναπτυχθούν και να προοδεύσουν με εκπαιδευτικούς που έρχονται για έναν χρόνο και μετά εξακοντίζονται σε διάφορα μέρη της επικράτειας.
  • Αναφέρθηκα και πιο πριν, στο διεθνές πλαίσιο, σχετικά με την παρακμή του εκπαιδευτικού επαγγέλματος. Στην Ελλάδα δεν μιλάμε πλέον για παρακμή, αλλά για κατάρρευση. Οι χαμηλότατες αμοιβές, η αφόρητη γραφειοκρατία, οι εκφοβισμοί διοίκησης (στο δημόσιο) και ιδιοκτητών (στο ιδιωτικό σχολείο), η εντεινόμενη γονεϊκή πίεση, η αυξανόμενη νεανική παραβατικότητα, απομακρύνουν τους υπάρχοντες εκπαιδευτικούς και, κυρίως, σπρώχνουν τους νέους μακριά από το επάγγελμα. Η δραματική υποχώρηση των βάσεων σε παιδαγωγικά τμήματα και σε «καθηγητικές» σχολές και οι κενές θέσεις σε τμήματα που κάποτε θεωρούνταν πρωτοπόρα (μαθηματικά, φιλολογικά τμήματα) δείχνουν το μέγεθος του προβλήματος. Χωρίς ποιοτικούς και ικανοποιημένους εκπαιδευτικούς, η εκπαίδευση πεθαίνει. [Ποιοι θα μπαίνουν στις τάξεις τα επόμενα χρόνια;] Σε όλα αυτά να προσθέσουμε και τα σοβαρότατα προβλήματα της επιλογής των εκπαιδευτικών, της κτήσης παιδαγωγικής επάρκειας, της αποσπασματικής επιμόρφωσης και κατάρτισης.
  • Η υποχρηματοδότηση της εκπαίδευσης επηρεάζει αποφασιστικά την ποιότητά της. Οι δαπάνες της γενικής κυβέρνησης για εκπαίδευση στην Ελλάδα διαχρονικά υπολείπονται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου, με αποτέλεσμα την τρομακτική δαπάνη (στο ύψος των 3 δις ευρώ κατ' έτος) των ελληνικών οικογενειών σε υπηρεσίες ιδιωτικής εκπαίδευσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το κρίσιμο πρόβλημα των κτηριακών υποδομών που επιδρά, όπως μαρτυρούν ερευνητικά δεδομένα, αρνητικά στα μαθησιακά αποτελέσματα.

Να κλείσω με κάτι τελευταίο από την έκθεση του «ελληνικού» PISA. Την αρνητική αξιολόγηση των μαθητών στους εκπαιδευτικούς τους. Σέβομαι το εύρημα, το οποίο όμως δεν πρέπει να διαβαστεί εύκολα, μονοσήμαντα. Ο Έλληνας εκπαιδευτικός είναι οικονομικά, ηθικά και κοινωνικά απαξιωμένος, είναι εξουθενωμένος και απογοητευμένος. Πόσα περισσότερα να περιμένουμε από αυτόν;

Όμως έχουμε ευθύνη και εμείς οι εκπαιδευτικοί και οι συλλογικότητές μας. Ορισμένοι από τους ανθρώπους που μπαίνουν στην τάξη, δεν ήθελαν να γίνουν ποτέ εκπαιδευτικοί (όπως μαρτυρούν πολλές έρευνες) και είναι -- στην καλύτερη περίπτωση -- υπάλληλοι που διεκπεραιώνουν και όχι λειτουργοί που μορφώνουν. Επίσης, μέσα στην ανασφάλεια που μας δημιουργούν οι κάκιστες σχέσεις εργασίας και αμοιβής, φοβούμαστε αλλαγές που πλέον είναι ραγδαίες στο χώρο της Παιδείας, τόσο σε τεχνολογικό όσο και σε επιστημονικό επίπεδο. Παράλληλα, χάνουμε την επαφή με μια γενιά που μιλά άλλη γλώσσα και τρέχει πιο γρήγορα από εμάς. Στηρίζουμε συντεχνιακά αποτυχημένες και ξεπερασμένες πρακτικές (όπως, πχ, η κατάτμηση του αναλυτικού προγράμματος), αντί να είμαστε εμείς οι πρωτοπόροι της αλλαγής. Επενδύουμε στο διχασμό και στον κοινωνικό αυτοματισμό (όπως πρόσφατα έγινε με δημόσιους και ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς), αντί να παλεύουμε από κοινού τα τεράστια προβλήματα του χώρου της Παιδείας.

Βεβαίως, η κύρια ευθύνη για τις μέτριες επιδόσεις των παιδιών μας βαραίνει διαχρονικά τις πολιτικές ηγεσίες που θεωρούν ότι μπορούν να εξασφαλίσουν ποιοτική εκπαίδευση χωρίς να επενδύουν σε αυτήν. Όμως η επένδυση στην εκπαίδευση, είναι επένδυση στη χώρα, στις νέες γενιές, στο αύριο. Όσο η Παιδεία δεν είναι εθνική προτεραιότητα, θα είμαστε διεθνώς ουραγοί στην παραγωγική διαδικασία, στην ανάπτυξη, στην κοινωνική συνοχή.

Γιώργος Χριστόπουλος

Πρόεδρος ΔΣ ΟΙΕΛΕ

0 Δείτε τα σχόλια

Όλες οι σημαντικές ειδήσεις στο alfavita.gr

Μισθοί εκπαιδευτικών 2026: Πόσα παίρνουν μόνιμοι, νεοδιόριστοι και αναπληρωτές – Όλοι οι πίνακες

Αρναούτογλου: Αλλάζει ο καιρός – Τι αναμένουμε σε Αττική και Θεσσαλονίκη σήμερα Κυριακή και την εβδομάδα που έρχεται

Google Logo Μάθε πρώτος όλες τις σημαντικές ειδήσεις. Βάλε το alfavita.gr στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google
Viber Ακολουθήστε το Αlfavita στο Viber

εκπαίδευση