Σημαντικές αποκλίσεις και μειώσεις που σε ορισμένες περιπτώσεις προσεγγίζουν το 23% καταγράφονται στον υπολογισμό των εφάπαξ βοηθημάτων για τους δημοσίους υπαλλήλους και τους ασφαλισμένους σε κλάδους πρόνοιας του ιδιωτικού τομέα, εξαιτίας του θεσμικού πλαισίου που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2014.
Η συγκεκριμένη ημερομηνία λειτουργεί ως σημείο τομής, καθώς χωρίζει την παροχή σε δύο τμήματα: το πρώτο αφορά τον χρόνο ασφάλισης έως τις 31 Δεκεμβρίου 2013, ενώ το δεύτερο βασίζεται αποκλειστικά στις καταβληθείσες εισφορές από το 2014 και μετά. Στο νεότερο αυτό τμήμα δεν προστίθεται καμία προκαθορισμένη ή εγγυημένη απόδοση, με αποτέλεσμα ο πληθωρισμός να διαβρώνει σταδιακά την πραγματική αγοραστική δύναμη των συσσωρευμένων χρημάτων.
Τις μεγαλύτερες επιβαρύνσεις υφίστανται όσοι εισήλθαν στην αγορά εργασίας μετά το 2014, οι υπάλληλοι με το μεγαλύτερο μέρος του εργασιακού τους βίου στη μετά-2014 εποχή, καθώς και οι χαμηλόμισθοι ή όσιοι παρουσιάζουν ασφαλιστικά κενά.
Παρά το γεγονός ότι η παράταση του εργασιακού βίου αυξάνει το ονομαστικό ποσό μέσω νέων εισφορών, οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι δεν εγγυάται την κάλυψη της αθροιστικής απώλειας, συνιστώντας στους εργαζομένους να μην αποφασίζουν τη συνταξιοδότησή τους συνυπολογίζοντας αποκλειστικά το εφάπαξ. Παράλληλα, η ΕΝΥΠΕΚΚ εκτιμά ότι οι συνολικές πραγματικές απώλειες εισοδήματος για τους συνταξιούχους την περίοδο 2015-2025 προσεγγίζουν τα 90 δισεκατομμύρια ευρώ λόγω των διαδοχικών περικοπών σε κύριες, επικουρικές, ΕΚΑΣ και ΕΑΣ.
Για την αποφυγή λαθών κατά την απονομή, οι μελλοντικοί συνταξιούχοι καλούνται να προβούν σε πέντε βασικούς ελέγχους: την επαλήθευση του συνολικού χρόνου ασφάλισης, τον ορθό διαχωρισμό των ετών πριν και μετά το 2014, τον έλεγχο των καταβληθεισών εισφορών, τη διασταύρωση των ασφαλιστέων αποδοχών και την εξονυχιστική εξέταση της πράξης απονομής για την υποβολή ενστάσεων εφόσον εντοπιστούν αναντιστοιχίες.