Η λέξη "ωκύμορος" προέρχεται από τις αρχαίες ελληνικές λέξεις "ωκύς", που σημαίνει γρήγορος ή ταχύς, και "μόρος", που συνδέεται με τη μοίρα, τον θάνατο και τον αφανισμό. Κυριολεκτικά σημαίνει "αυτός που πεθαίνει γρήγορα", δηλαδή ο βραχύβιος, εκείνος που έχει σύντομη ζωή.
Η έννοια της λέξης συνδέεται με το αναπόφευκτο πεπρωμένο του ανθρώπου, τη μοίρα και το τέλος που περιμένει κάθε θνητό. Ο όρος εμφανίζεται και στην "Ιλιάδα" του Ομήρου, όπου χρησιμοποιείται για τον Αχιλλέα. Η μητέρα του, η Θέτιδα, γνωρίζει πως ο γιος της είναι προορισμένος να έχει σύντομη ζωή και τον χαρακτηρίζει "ωκύμορο", προαναγγέλλοντας το τραγικό του τέλος.
Από την ίδια ρίζα προέρχονται και άλλες λέξεις, όπως "μόρσιμος", "μόριμος" και "μορτός", που σχετίζονται με την έννοια της μοίρας και της θνητότητας. Η ίδια γλωσσική ρίζα έχει αφήσει ίχνη και σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες, όπως στα γαλλικά (mort), τα ιταλικά (morte) και τα ισπανικά (muerte), όπου σχετίζεται με τον θάνατο.
Η σημασία της λέξης "ωκυτόκια"
Μια ακόμη αρχαία λέξη που παρουσιάζει ενδιαφέρον είναι τα "ωκυτόκια". Ο όρος συναντάται σε λαογραφικές μελέτες και αναφέρεται σε πρακτικές ή τρόπους που, σύμφωνα με τις παλαιότερες λαϊκές αντιλήψεις, βοηθούσαν στη διευκόλυνση του τοκετού και στη μείωση των κινδύνων κατά τη γέννα.
Η λέξη συνδέεται με την αρχαία αντίληψη για τη γρήγορη και ασφαλή ολοκλήρωση μιας διαδικασίας, καθώς αποτελείται από στοιχεία που παραπέμπουν στην ταχύτητα και στη γέννηση.