Η λέξη έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα και συναντάται ακόμη και στα ομηρικά έπη. Χρησιμοποιούνταν για να χαρακτηρίσει έναν τόπο με πετρώδες και ανώμαλο έδαφος, γεμάτο βράχια και πέτρες.
Με άλλα λόγια, όταν ένας τόπος περιγράφεται ως "κλωμακόεις", σημαίνει ότι είναι τραχύς, δύσβατος και η διέλευσή του δεν είναι εύκολη. Η λέξη αποδίδει με ακρίβεια την εικόνα ενός σκληρού φυσικού τοπίου, όπου η μετακίνηση απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.
Παρότι σήμερα δεν χρησιμοποιείται στην καθημερινή ομιλία, η "κλωμακόεις" αποτελεί ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα της πλούσιας λεξιλογικής κληρονομιάς της ελληνικής γλώσσας και της ικανότητάς της να περιγράφει με λεπτομέρεια το φυσικό περιβάλλον.