Κατανοεί ταυτόχρονα πλήρως τη δοτή του εξουσία. Ότι δεν είναι εκφραστής ενός μαζικού κινήματος, όπως το Φασιστικό και το Ναζιστικό, που κυριαρχούν την περίοδο αυτή στην Ευρώπη, αλλά είναι ανύπαρκτα στην Ελλάδα. Ότι δεν έχει κατακτήσει δυναμικά την εξουσία. Ότι δεν βασίζεται καν σε ένα μαζικό κόμμα, όπως τα αντίστοιχα πρότυπά του. Ότι το καθεστώς του δεν έχει ένα θετικό –έστω ολοκληρωτικό και απάνθρωπο– ιδεολογικό-πολιτικό πρόταγμα. Όλα αυτά επιχειρεί να τα υπερβεί με τον τρόμο τα βασανιστήρια και τα δίκτυα καταδοτών της «Ειδικής Ασφάλειας», την οποία συγκροτεί με επικεφαλής τον πιστό του φίλο απότακτο βασιλικό ταγματάρχη Κ. Μανιαδάκη και τη δημιουργία φασιστικού τύπου Νεολαίας, η οποία όμως μαζικοποιείται μόνο όταν μετά το 1938 γίνεται υποχρεωτική για νέους, δασκάλους και καθηγητές γυμνασίων. Ακριβώς γι’ αυτό, σε όλη τη διάρκεια του βίου της δικτατορίας τρέμει μην τον παύσει «ο Βασιλεύς και αφέντης του», ο οποίος άλλωστε κρατά ως προσωπικό του φέουδο την εξωτερική πολιτική και βέβαια το στρατό. Έτσι, ενώ συγκεντρώνει στα χέρια του κάθε εξουσία (Πρωθυπουργός, υπουργός Εξωτερικών, Στρατού, Ναυτικού, Αεροπορίας και λίγο αργότερα και Εσωτερικών και Εθνικής Παιδείας), διαλύει τη ΓΣΕΕ, που τη μετατρέπει σε υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας με γραμματέα τον ίδιο τον Υπουργό, ανακηρύσσει τον εαυτό του σε «Πρώτο Εργάτη, Πρώτο Αγρότη, και Εθνικό και χαλύβδινο Κυβερνήτη», αμφιβάλλει για τους πάντες, φοβάται ακόμη και την ησυχία: «Ησυχία απόλυτος, τόση που με ανησυχεί. Έτσι είναι η ησυχία»!
Το «Νέον Εθνικόν Κράτος» –όπως ονόμασε ο ίδιος το ιδιότυπο καθεστώς του– οικοδομείται με έναν αρνητικό πολιτικό μύθο αντιφιλελεύθερου ατομικισμού, αντικοινοβουλευτισμού και αντικομμουνισμού, όπου κομμουνισμός σημαίνει για το καθεστώς κάθε τι το μοντέρνο και προοδευτικό, και ενός πατριδοκάπηλου επιλεκτικού εθνικισμού. Ταυτίζει Κράτος, Έθνος και Λαό, με παράλληλη αποθέωση της νεολαίας και θεοποίηση μιας συντεχνιακής κρατικής ιεραρχίας, ως υποκατάστατο της κουρελιασμένης Μεγάλης Ιδέας. Και το ιδεολογικό του παραλήρημα συνεχίζεται με την κατά μίμηση του Γ’ Ράιχ εφεύρεση του Γ’ Ελληνικού Πολιτισμού... «Γυρίζουμε πίσω εις τας πηγάς εκείνας από τας οποίας έρρευσε το νερό του Ελληνισμού καθαρό και αγνό για να αναβαπτισθούμε εκεί μέσα και να ξαναγίνουμε Έλληνες και τότε να ορμήσουμε εις ένα νέον μέλλον και όχι εις το μέλλον του αφανισμού. Θέλομεν ιδικόν μας Πολιτισμόν Ελληνικόν. Δεν θέλομεν ξένους πολιτισμούς... Η δημιουργία του Γ’ Ελληνικού Πολιτισμού [δεν] είναι κάτι το οποίον να είναι ανώτερον των δυνάμεων του Ελληνικού Λαού. Να μην σας τρομάζουν οι πολιτισμοί μας οι οποίοι επέρασαν. Δεν ήσαν τέλειοι... Ο Αρχαίος πολιτισμός, μεγάλος εις την τέχνην, μεγάλος εις την επιστήμην, χωλός εις την θρησκείαν... χωλότερος ακόμη εις την πολιτικήν του εξέλιξη. Δεν πιστεύω αν μελετήση κανείς από σας την ιστορίαν, να θαυμάζη τας σκέψεις των πολιτικών, οι οποίοι οδήγησαν εις τον Πελοποννησιακόν πόλεμον... ή τους πολιτικούς οι οποίοι αντέδρασαν εις την Μακεδονικήν Ηγεμονίαν... Ο Μεσαιωνικός Ελληνισμός υπήρξεν αναμφισβητήτως από απόψεως τέχνης και επιστήμης πολύ πιο καθυστερημένος από τον Αρχαίον Ελληνισμόν. Αλλά από απόψεως Θρησκευτικής ήτο πολύ ανώτερος και εδημιούργησεν ένα θρησκευτικό ιδεώδες... το οποίον μας συνεκράτησε και μας συγκρατεί και σήμερον. Εδημιούργησεν δε από απόψεως πολιτικής Κράτος. Διότι το Κράτος το μεσαιωνικόν, το Ελληνικόν... ήτο ένα από τα καλύτερα και ισχυρότερα της εποχής εκείνης, αν όχι το ανώτερον όλων. Δεν έχετε νέοι Έλληνες την φιλοδοξίαν από τους δύο αυτούς πολιτισμούς να σχηματίσετε τον ιδικόν μας πολιτισμόν;».
Πάντως, μπορεί να μετρηθεί σύμφωνα με στοιχεία της ίδιας της Ειδικής του Ασφάλειας, με τις 100 χιλιάδες πολίτες που πέρασαν από τα κολαστήριά της, τα συστηματικά βασανιστήρια, τον πάγο, το ρετσινόλαδο, τη γάτα, τη φάλαγγα, τις οπερετικές τελετές, τις ατέλειωτες παρελάσεις, τις θριαμβικές αψίδες υποδοχής του δικτάτορος που, «θέλει λατρείας διψά η ψυχή του» και στις οποίες τα όργανα του Κράτους «εντέλλονται όπως διοργανώνουν αυθόρμητους υποδοχάς» στις οποίες «σκόπιμον θεωρούμεν (η υποδοχή μας) δέον να γίνεται διά ζητωκραυγών και ουχί μόνο δια χειροκροτημάτων». Επίσης, με το δημόσιο κάψιμο σειράς κλασικών βιβλίων, τις δολοφονίες αντιπάλων, τις φυλακίσεις, τις εξορίες χιλιάδων πολιτών όλου του πολιτικού φάσματος, τη γενικευμένη τρομοκρατία, την ραγδαία σύμφωνα με την ΟΥΝΡΑ επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης των πολιτών, όπου μόνο το 17% έχει εισόδημα πάνω από το όριο επιβίωσης, και τους... λόγους του δικτάτορα. Ακατάπαυστους λόγους για κάθε θέμα και κάθε περίσταση. Μια που, όπως γράφει διεισδυτικά ο Ασημάκης Πανσέληνος, στο ανεπανάληπτο εκείνο Τότε που ζούσαμε, ο Μεταξάς υπήρξε τελικά ...«μια ιδιοφυία κοινωνικού παιδονόμου»!