Μια απροσδόκητη αλλά εξαιρετικά ελπιδοφόρα τροπή παίρνει η επιστημονική έρευνα γύρω από τα ευρέως διαδεδομένα φάρμακα για την απώλεια βάρους και τη ρύθμιση του διαβήτη. Σύμφωνα με τέσσερις νέες ιατρικές μελέτες, σκευάσματα που ανήκουν στην κατηγορία των αγωνιστών των υποδοχέων GLP-1, όπως το παγκοσμίως γνωστό Ozempic της Novo Nordisk και το Mounjaro της Eli Lilly, φαίνεται να παρουσιάζουν σημαντική αντικαρκινική δράση, περιορίζοντας την εξάπλωση των όγκων και μειώνοντας τις πιθανότητες θανάτου στους ασθενείς.
Αν και η ιατρική κοινότητα υπογραμμίζει πως απαιτείται περαιτέρω έρευνα για την πλήρη επιβεβαίωση των στοιχείων, κορυφαίοι επιστήμονες εκφράζουν τον εντυπωσιασμό τους. Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση της δρ. Jennifer Ligibel, ογκολογικής ειδικού στον καρκίνο του μαστού στο Ινστιτούτο Dana-Farber, η οποία σημείωσε πως είναι εξαιρετικά αξιοσημείωτο το γεγονός ότι οι χρήστες αυτών των φαρμάκων εμφάνισαν αισθητά χαμηλότερο κίνδυνο υποτροπής σε πολλαπλές μορφές της νόσου.
Στο μισό η εξέλιξη της νόσου σε πνεύμονα και μαστό
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα του Cleveland Clinic Cancer Institute, τα οποία βασίστηκαν στην παρακολούθηση περισσότερων από 10.000 ασθενών με καρκίνο σε αρχικό στάδιο. Οι ερευνητές συνέκριναν την πορεία όσων έλαβαν θεραπεία με GLP-1 μετά τη διάγνωση με εκείνους που ακολούθησαν διαφορετική φαρμακευτική αγωγή για τον διαβήτη, διαπιστώνοντας ότι η πρώτη ομάδα εμφάνισε σαφώς μικρότερη τάση μετάστασης.
Τα ποσοστά μιλούν από μόνα τους:
Στον καρκίνο του πνεύμονα, η μετάβαση σε προχωρημένο στάδιο περιορίστηκε στο μισό, αγγίζοντας το 10% για τους λήπτες GLP-1, έναντι 22% της ομάδας ελέγχου.
Στον καρκίνο του μαστού, καταγράφηκε ανάλογη μείωση, με τα ποσοστά εξέλιξης να διαμορφώνονται σε 10% έναντι 20%.
Παράλληλα, εξαιρετικά ενθαρρυντικά αποτελέσματα και μειώσεις παρατηρήθηκαν στις περιπτώσεις ασθενών με καρκίνο του ήπατος και του παχέος εντέρου.
Τα δεδομένα αυτά, όπως δήλωσε ο δρ. Mark Orland της Cleveland Clinic, πρόκειται να παρουσιαστούν επίσημα στο ετήσιο συνέδριο της Αμερικανικής Εταιρείας Κλινικής Ογκολογίας (ASCO) στα τέλη του μήνα, καθώς κρίνεται επιτακτική η άμεση κατανόηση αυτών των ιδιοτήτων.
Αυξημένα ποσοστά επιβίωσης και προστασία από τη διάγνωση
Στον καρκίνο του μαστού επικεντρώθηκαν δύο επιμέρους μελέτες με εντυπωσιακά δείγματα. Η πρώτη, από το MD Anderson Cancer Center του Πανεπιστημίου του Τέξας σε δείγμα 137.000 και πλέον ασθενών, έδειξε ότι το 95% των γυναικών που λάμβαναν GLP-1 ήταν εν ζωή μετά από μία πενταετία, σε αντίθεση με το 89,5% όσων δεν έκαναν χρήση των συγκεκριμένων σκευασμάτων.
Η δεύτερη έρευνα, από το Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια, εξέτασε σχεδόν 95.000 γυναίκες που έκαναν προληπτικό έλεγχο (μαστογραφία). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσες είχαν ιστορικό λήψης φαρμάκων GLP-1 διέθεταν 25% μικρότερη πιθανότητα να διαγνωστούν με καρκίνο του μαστού, ένας δείκτης που παρέμεινε σταθερός ακόμη και μετά την προσαρμογή των δεδομένων για την ηλικία και το σωματικό βάρος.
Οι δύο επιστημονικές θεωρίες και το παρασκήνιο της αγοράς
Η ακριβής βιολογική αιτία πίσω από αυτό το φαινόμενο παραμένει υπό διερεύνηση, με τους επιστήμονες να εστιάζουν σε δύο πιθανά σενάρια:
Έμμεση δράση: Τα φάρμακα μειώνουν τον κίνδυνο μέσω της απώλειας βάρους και της συνολικής μεταβολικής βελτίωσης του οργανισμού, παράγοντες που αποδεδειγμένα θωρακίζουν την υγεία.
Άμεση δράση: Οι υποδοχείς της ορμόνης GLP-1 εντοπίζονται στην εξωτερική επιφάνεια ορισμένων όγκων, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο τα σκευάσματα να παρεμβαίνουν άμεσα στη βιολογική εξέλιξη των καρκινικών κυττάρων.
Προς το παρόν, πάντως, οι δύο φαρμακευτικοί κολοσσοί Novo Nordisk και Eli Lilly δεν έχουν εκκινήσει επίσημες κλινικές δοκιμές με αντικείμενο τον καρκίνο. Τα εν λόγω σκευάσματα –που ήδη χορηγούνται για τη ρύθμιση του σακχάρου, το αδυνάτισμα, τη μείωση εγκεφαλικών και εμφραγμάτων, ενώ εξετάζονται για την υπνική άπνοια και τις εξαρτήσεις– έχουν εκτοξεύσει τη χρηματιστηριακή αξία των δύο εταιρειών, προκαλώντας ταυτόχρονα τεράστια ζήτηση που πιέζει τις γραμμές παραγωγής αλλά και τους προϋπολογισμούς των κρατών που τα καλύπτουν ασφαλιστικά.
Οι ειδικοί, πάντως, ξεκαθαρίζουν ότι τα τρέχοντα ευρήματα (που βασίζονται σε ρεπορτάζ της Wall Street Journal) αποτυπώνουν μια ισχυρή στατιστική συσχέτιση και όχι μια αποδεδειγμένη σχέση αιτίου-αποτελέσματος, γεγονός που καθιστά τις μελλοντικές κλινικές μελέτες αναγκαίες.
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
Προσλήψεις εκπαιδευτικών – ΟΠΣΥΔ: Τα 6 βήματα για σωστά δικαιολογητικά και φάκελο
Πανελλήνιες 2026: Το έγγραφο «κλειδί» για την είσοδο στα εξεταστικά κέντρα
Προκηρύξεις εκπαιδευτικών 2026: Πώς θα δεις πρώτος τους πίνακες μέσω google
Βασίλης Γκουζέλος