Με λόγια που λύγιζαν από τη συγκίνηση, ο Νίκος Πλακιάς, πατέρας που έχασε τις δίδυμες κόρες του, Μαρία και Χρυσή, καθώς και την ανιψιά του Θώμη, στο πολύνεκρο δυστύχημα στα Τέμπη, επέστρεψε δημόσια στη νύχτα που άλλαξε για πάντα τη ζωή του. Τρία χρόνια μετά, η μνήμη παραμένει ζωντανή και ο πόνος αμείωτος.
Η αφήγησή του ξεκινά από το σπίτι. Ήταν λίγο πριν τις 23:40 όταν, καθισμένος στον καναπέ, άνοιξε το κινητό του τηλέφωνο. Οι πρώτες ειδήσεις μιλούσαν για εκτροχιασμό.
«Εκεί πάγωσα», περιγράφει. Δεν έκανε αυτό που σήμερα θεωρεί αυτονόητο: να τηλεφωνήσει αμέσως στα παιδιά. Οι πληροφορίες έκαναν λόγο για περιστατικό χωρίς νεκρούς ή τραυματίες. Ίσως, όπως λέει, να ήταν ένας μηχανισμός άμυνας, μια εσωτερική αναμονή πριν αντικρίσει την αλήθεια.
Όταν όμως οι αναφορές άλλαξαν και έγινε λόγος για σύγκρουση τρένων, ο φόβος μετατράπηκε σε βεβαιότητα. «Ήταν αδιανόητο», σημειώνει. Η ανησυχία μετατράπηκε σε αγωνία, καθώς δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τα παιδιά.
Η διαδρομή προς τα Τέμπη ήταν βουβή. Στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής επικρατούσε χάος. Ασθενοφόρα, σειρήνες, συγγενείς σε απόγνωση.
«Κόλαση, πόλεμος», λέει χαρακτηριστικά. Από εκείνη τη στιγμή πίστευε βαθιά μέσα του ότι τα τρία κορίτσια είχαν χαθεί. Το προαίσθημα, όπως αναφέρει, τον είχε κυριεύσει ήδη από το σπίτι.
Η σκέψη ότι θα μπορούσε να έχει τραυματιστεί ένα παιδί ίσως άφηνε περιθώριο ελπίδας. Όμως τρία; «Η ελπίδα σταμάτησε όταν το ένιωσα», τονίζει. Προσπαθούσε να προετοιμάσει τη σύζυγό του, η οποία δεν συμμεριζόταν εκείνο το προαίσθημα.
Η αναζήτηση συνεχίστηκε στη Λάρισα. Οι λίστες με όσους μεταφέρθηκαν με λεωφορεία δεν περιλάμβαναν τα ονόματα των παιδιών. Στο νοσοκομείο, μέσα στο αμφιθέατρο, ακούστηκε η πληροφορία ότι μία νεαρή κοπέλα νοσηλευόταν στη ΜΕΘ: 1,75 ύψος, ξανθά μαλλιά, γαλανά μάτια.
Για μια στιγμή γεννήθηκε η ελπίδα. Πολλές οικογένειες σηκώθηκαν από τις θέσεις τους. Λίγο αργότερα, ένας άλλος πατέρας αναγνώρισε τη δική του κόρη. Η προσμονή έσβησε ξανά.
Επιστρέφοντας αργότερα στο σημείο της τραγωδίας, ο κ. Πλακιάς βρέθηκε μπροστά σε μια εικόνα που δεν περίμενε: το μπάζωμα του χώρου. Δηλώνει ότι η ενημέρωση εκείνες τις ημέρες ήταν ελλιπής και πως η συγκεκριμένη παρέμβαση δεν περιλαμβανόταν αρχικά στη δικογραφία.
Ωστόσο, εκείνο που τον βασάνιζε περισσότερο δεν ήταν οι διαδικασίες. Ήταν μία σκέψη: αν τα παιδιά του ήταν ζωντανά έστω για λίγα δευτερόλεπτα μετά τη σύγκρουση.
«Φώναξαν “μπαμπά” ή “μαμά”;», αναρωτιέται. Για έναν γονιό, εξηγεί, το πιο σκληρό ερώτημα είναι αν τα παιδιά κατάλαβαν τι συνέβαινε ή αν «έφυγαν» χωρίς να νιώσουν.
Τρία χρόνια μετά, ο λόγος του στρέφεται στην απόδοση ευθυνών. Υποστηρίζει ότι οι ευθύνες δεν περιορίζονται σε ένα πρόσωπο, αλλά αφορούν από τον σταθμάρχη έως την πολιτική ηγεσία.
Θέτει το ερώτημα πώς είναι δυνατόν δύο τρένα να κινούνται επί 15 λεπτά στην ίδια γραμμή χωρίς να αποτραπεί η σύγκρουση. «Δεν έφταιξε η κακιά στιγμή ούτε απλώς ένα ανθρώπινο λάθος», επιμένει, ζητώντας να αποδοθούν ευθύνες σε όσους έλαβαν κρίσιμες αποφάσεις.
Στη δικογραφία περιλαμβάνονται 64 κατηγορούμενοι. Ωστόσο, σημειώνει ότι τα πολιτικά πρόσωπα δεν θα βρεθούν στο εδώλιο, καθώς στην Ελλάδα η ποινική τους μεταχείριση υπάγεται στη Βουλή.
Για τον ίδιο, η έννοια της δικαίωσης δεν ταυτίζεται με μια δικαστική απόφαση. «Δικαίωση είναι να ανοίξει η πόρτα και να δω τα παιδιά μου», λέει με πικρία.
Στο δικαστήριο πηγαίνει, όπως εξηγεί, επειδή τρία χρόνια μετά δεν βρίσκεται κανείς στη φυλακή. Αυτό, ομολογεί, τον γεμίζει οργή.
Κλείνοντας, διατυπώνει ένα ερώτημα που συνοψίζει τον πόνο δεκάδων οικογενειών: «Έπρεπε να χαθούν 57 ψυχές για να ξυπνήσει το κράτος;»
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Alfavita Newsroom