Η ελληνική γλώσσα κρύβει πολλές μικρές παγίδες, ακόμη και σε λέξεις που χρησιμοποιούμε σχεδόν καθημερινά. Μία από τις πιο συνηθισμένες αφορά το επίρρημα «παρεμπιπτόντως», το οποίο αρκετοί γράφουν λανθασμένα ως «παρεπιπτόντως». Αν και η δεύτερη μορφή δεν δυσκολεύει την κατανόηση του νοήματος, η ετυμολογία της λέξης αποδεικνύει ποια είναι η ορθή γραφή.
Η σωστή μορφή είναι «παρεμπιπτόντως»
Το σωστό είναι παρεμπιπτόντως.
Η λέξη αποτελεί επιρρηματικό τύπο της μετοχής παρεμπίπτων, η οποία προέρχεται από το αμετάβατο ρήμα παρεμπίπτω. Το ρήμα σημαίνει παρεμβάλλομαι, παρεντίθεμαι ή μεσολαβώ ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα πράγματα. Με τη σημερινή χρήση της, η λέξη δηλώνει ότι κάτι αναφέρεται «με την ευκαιρία», «παρενθετικά» ή «στο μεταξύ».
Παράδειγμα:
«Παρεμπιπτόντως, μην ξεχάσεις να μου στείλεις το αρχείο.»
Από πού προέρχεται η λέξη;
Η ετυμολογία εξηγεί γιατί το «μ» είναι απαραίτητο.
Το ρήμα παρεμπίπτω σχηματίζεται από τη σύνθεση των προθέσεων παρά και εν, μαζί με το ρήμα πίπτω.
Στη νέα και την αρχαία ελληνική ισχύει ένας βασικός φωνητικός κανόνας: το ένρινο «ν» μετατρέπεται σε «μ» όταν προηγείται των χειλικών συμφώνων π, β, φ ή του ψ.
Γι' αυτό γράφουμε:
- εμπνέω (εν + πνέω)
- εμπιστεύομαι
- έμψυχος (εν + ψυχος)
- εμπίπτω (εν + πίπτω)
Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο σχηματίζεται και το παρεμπίπτω, άρα και το επίρρημα παρεμπιπτόντως.
Γιατί γράφεται συχνά λάθος;
Η μορφή «παρεπιπτόντως» εμφανίζεται αρκετά συχνά στον προφορικό και στον γραπτό λόγο, κυρίως επειδή η προφορά της λέξης οδηγεί πολλούς να παραλείπουν το «μ».
Παρότι η λανθασμένη γραφή δεν αλλοιώνει το νόημα, δεν ευσταθεί ετυμολογικά και δεν θεωρείται ορθή σύμφωνα με τους κανόνες της ελληνικής γλώσσας.
Μια μικρή λεπτομέρεια που κάνει τη διαφορά
Η σωστή χρήση της γλώσσας δεν αφορά μόνο τη γραμματική ή την ορθογραφία, αλλά και τον σεβασμό στην ιστορία και τη δομή των λέξεων. Το «παρεμπιπτόντως» είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας λέξης της οποίας η ετυμολογία εξηγεί απόλυτα τη σωστή γραφή.
Την επόμενη φορά που θα θελήσετε να κάνετε μια παρενθετική αναφορά, θυμηθείτε: γράφεται «παρεμπιπτόντως» και όχι «παρεπιπτόντως». Μια μικρή διαφορά ενός γράμματος, που όμως κάνει όλη τη διαφορά στην ορθότητα της ελληνικής γλώσσας.