λεξικο
Κατά την τελευταία δεκαετία μαίνονται τρεις τουλάχιστον μεγάλοι πόλεμοι των λέξεων.

Oμηρικές μάχες έχουν δοθεί γύρω από μια λέξη· διότι οι λέξεις, από την πολιτική μέχρι την καθημερινή μας ζωή, «παλεύουν μεταξύ τους σαν να ήταν εχθροί σε μάχη επιβίωσης. Μερικές λέξεις είναι ο τόπος κάποιας αμφισημίας, δίνουν λαβή για διφορούμενα: γίνονται έτσι το διακύβευμα μιας μάχης, καθοριστικής αλλά και αμφίρροπης»1. Μάχη καθοριστική επειδή από την έκβασή της δεν κρίνεται κάτι που αφορά μόνο το σύμπαν των ιδεών, μόνο τα λόγια· κρίνονται επίσης οι πράξεις και οι πρακτικές καθενός μας, αφού σύμφωνα με τις ιδέες μας συμπεριφερόμαστε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.

Δεν είναι τυχαίο που λέμε ότι «ακολουθούμε» τις ιδέες μας, διότι πράγματι αυτές είναι οδηγός για δράση: οι ιδέες, και οι λέξεις που τις αντιπροσωπεύουν, αποκτούν υλική υπόσταση μέσα στις πράξεις μας και τις πρακτικές που ακολουθούμε· μετουσιώνονται σε γροθιά στο πρόσωπο του φασίστα, στα πλήθη που συγκεντρώνονται στους δρόμους για υπεράσπιση της Παλαιστίνης ή σε στρατιώτες που απολαμβάνουν τη γενοκτονική τους εκστρατεία, στη γονυπετή πορεία του φανατικού χριστιανού από το λιμάνι της Τήνου προς τον ναό της Παναγίας, στον αγώνα με το όπλο στο χέρι κάποιου που θέλει να αλλάξει ριζικά τον κόσμο, και στον γλωσσοδέτη που μερικές φορές δεν τον αφήνει να πει με ποιον τρόπο θέλει να τον αλλάξει, και έτσι ακολουθούμε τις ιδέες μας.

Με δυο λόγια, οι ιδέες, και μαζί με αυτές οι λέξεις που τους αντιστοιχούν, αποτελούν υλική δύναμη, όπλα, «εκρηκτικά, ηρεμιστικά και δηλητήρια»1, και αυτό εξηγεί γιατί διεξάγονται ολόκληροι πόλεμοι με λέξεις και γύρω από τις λέξεις, δηλαδή τις έννοιες, τις ιδέες· γι’ αυτό και «οι λέξεις κουβαλούν μεγάλο βάρος, κι όταν δεν τις προσέχουμε, πέφτουν και μας τσακίζουν»2.

Οι λέξεις που σιώπησαν

Κατά την τελευταία δεκαετία μαίνονται τρεις τουλάχιστον μεγάλοι πόλεμοι των λέξεων.

Πρώτος, ο πόλεμος για το όραμα του μέλλοντός μας (το οποίο αποτελείται από λέξεις, εικόνες, σύμβολα και λοιπά σημεία3), επειδή αυτό το όραμα, όταν υπάρχει, μας γεμίζει προσδοκίες, επομένως πυροδοτεί τις επιθυμίες μας, και γίνεται έτσι υλική δύναμη που εμπνέει τις πράξεις και πρακτικές κοινωνικής ανατροπής ή έστω ενός μεταβατικού κοινωνικού μετασχηματισμού.

Δεύτερος, ο πόλεμος της μνήμης4, όπου οι κυρίαρχοι επιχειρούν να αναθεωρήσουν, δηλαδή να ξαναγράψουν από την αρχή την Iστορία έτσι ώστε όλοι να τη διαβάζουν με νέο τρόπο, με διαφορετικές έννοιες, με διαφορετικές λέξεις, αυτές που ταιριάζουν στην αντίληψη και τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων, με τις ανοησίες του μεταμοντερνισμού, και όλα αυτά ώστε η Iστορία να αποκτήσει άλλο, νέο, νόημα.

Τρίτος, ο πόλεμος για την παράσταση της τωρινής κοινωνίας ως αδήριτης αναγκαιότητας, χωρίς εναλλακτική δυνατότητα· πόλεμος που διεξάγεται με ιδιαίτερη ένταση από το 2008 και μετά.

Για να επικρατήσουν σε αυτόν τον πόλεμο των λέξεων, η αστική τάξη και οι σύμμαχοί της επιδίδονται στον αγώνα μιας μεγάλης αντικατάστασης των λέξεων και των νοημάτων με τα κενά κελύφη των λέξεων του μεταμοντερνισμού και της μεταπολιτικής:

Ολα πρέπει να λέγονται απλά, τόσο απλά ώστε να μην επιδέχονται εξήγηση, να είναι αυτονόητα, οι σκέψεις είναι βάρος περιττό και οι λέξεις πρέπει να είναι λίγες («αυτό το άρθρο διαβάζεται σε 3 λεπτά»). Εξάλλου, όταν η πραγματικότητα δεν υπάρχει αντικειμενικά, όπως ισχυρίζονται οι μεταμοντέρνοι που είναι της μόδας, δεν υπάρχουν και πολλές σκέψεις να κάνεις, αρκεί να απαριθμείς όσα συλλαμβάνουν οι αισθήσεις σου. Μοιραία, οι αφηρημένες έννοιες πέφτουν σε ανυποληψία και η πραγματικότητα γίνεται απαρίθμηση των συγκεκριμένων όψεων της πραγματικότητας στα πανεπιστημιακά περιοδικά των ανθρωπιστικών «επιστημών» και στα ευπώλητα της χρονιάς.

Σε ένα άλλο μέτωπο λίγο πιο δίπλα, υπάρχουν λέξεις που απενεργοποιούνται και αντικαθίστανται από άλλες ανώδυνες (όπως π.χ. αντί να λέμε «μικροαστική τάξη», που παραπέμπει σε εκατοντάδες σελίδες νοήματος στα έργα πολιτικής θεωρίας, λέμε «μεσαίες τάξεις» που παραπέμπει στο απόλυτο νοητικό κενό). Το νόημα των λέξεων μπορεί τώρα να αντιστρέφεται, και μαζί με αυτό να αλλάζουν αμοιβαία θέση ο θύτης και το θύμα (όπως οι φασίστες και οι σιωνιστές, που επικαλούνται αξίες και δικαιώματα που εκείνοι οι ίδιοι ποδοπατούν). Η ιδέα ότι η πραγματικότητα δεν έχει αντικειμενική ύπαρξη αλλά κατασκευάζεται από τον λόγο, από το αφήγημα, οδηγεί στην κατασκευή εναλλακτικών πραγματικοτήτων μέσω της πράξης του αυτοπροσδιορισμού (είμαι ό,τι ισχυρίζομαι πως είμαι και όποιος το αμφισβητεί με ακυρώνει). Σε κάποιο παράλληλο σύμπαν, δηλαδή, οι λέξεις δεν υπάρχουν πλέον για να εξηγούν αυτό που έχει αντικειμενική ύπαρξη αλλά για να κατασκευάζουν, υποτίθεται, την πραγματικότητα.

Εν ολίγοις, η παραβίαση των κανόνων της Λογικής είναι η καινούργια παγκόσμια σταθερά της εποχής και οι συλλογισμοί αντικαθίστανται από σοφίσματα, που γνωρίζαμε ποια είναι ένα ένα από τον καιρό του Πλάτωνα. Είναι αυτά που κατακλύζουν τώρα τα σόσιαλ μίντια, την καθημερινή ζωή, την τηλεόραση και τις περισσότερες εφημερίδες. Οι έννοιες της Αριστεράς σιώπησαν -αν όχι όλες, οι περισσότερες- σε αυτόν τον αργόσυρτο και αδυσώπητο πόλεμο, που συμβαίνει να είναι ταυτοχρόνως πόλεμος εναντίον του ορθολογισμού. Η Ιστορία όμως δεν περιλαμβάνει μόνο εμάς, τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις, και τις «απαγορευμένες» λέξεις μας, περιλαμβάνει και την άρχουσα τάξη.

Τις λέξεις αν δεν τις βρεις, τις φτιάχνεις

Στη σημερινή ιστορική συγκυρία, η αύξηση του πλούτου στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας προϋποθέτει τη συσσώρευση της φτώχειας των υποτελών κοινωνικών τάξεων και την καταστροφή της ζωής μιας μεγάλης μερίδας τους, και σε καμιά άλλη χώρα της Ευρώπης αυτό δεν συμβαίνει σε τόσο μεγάλη έκταση όσο στην Ελλάδα σήμερα. Αυτό, όμως, μόνο του δεν αρκεί για να ορίσουμε την πρωτοτυπία της σημερινής συγκυρίας· πρέπει επιπλέον να προσθέσουμε ότι η άρχουσα αστική τάξη και ο κοινωνικός συνασπισμός που τη στηρίζει δεν μπορούν να αρθρώσουν λόγο περί του δίκαιου χαρακτήρα της καταστροφής που επιβάλλουν στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις.

Οι σημαίες των κυρίαρχων γράφουν τώρα «καμία διαπραγμάτευση με τους υποτελείς», διότι για τη διαπραγμάτευση χρειάζεσαι περιεχόμενο, χρειάζεται νόημα να υπάρχει στον λόγο σου· και αυτά για τους κυρίαρχους, σήμερα, είναι είδος εν ανεπαρκεία· τώρα μιλούν η Κάγια Κάλας και η Φον ντερ Λάιεν, μιλούν η μεταπολιτική, η ιστορική αφασία και ο μεταμοντερνισμός.

Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους στο εξής θα πρέπει «σαν πρόκες να καρφώνονται οι λέξεις, να μην τις παίρνει ο άνεμος»5, για να ξαναβρούμε τη φωνή μας, δηλαδή τις δικές μας έννοιες, της Αριστεράς· και εάν οι λέξεις ακούγονται παλιές, κακοποιημένες ή βαρετές, ας φτιάξουμε άλλες6] για τις ίδιες έννοιες. Θα μπορούμε, τότε, απέναντι σε έναν αντίπαλο που τραυλίζει, να αναποδογυρίσουμε το τραπέζι, όπως άλλοτε.

Σημειώσεις:

1. Louis Althusser, «Η φιλοσοφία ως όπλο της επανάστασης», περιέχεται στο Ο Λένιν και η φιλοσοφία, εκδόσεις Εκτός Γραμμής 2016.
2. Νόρα Αναγνωστάκη, https
://ofisofi.blogspot.com/2014/01/blog-post_2.html.
3. Λουί Αλτουσέρ, «Ιδεολογία και Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους», περιέχεται στο Θέσεις, εκδόσεις Θεμέλιο 1976.
4. Για την έννοια των πολέμων μνήμης βλ. στο Hagen
Fleischher, Οι πόλεμοι της μνήμης. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος στη Δημόσια Ιστορία, εκδόσεις Νεφέλη, 2012.
5. Μανόλης Αναγνωστάκης, Τα Ποιήματα. 1941-1971, εκδόσεις Νεφέλη, σ. 159
6. Τις λέξεις αν δεν τις βρεις, τις φτιάχνεις, Social
Waste, https://www.youtube.com/watch?v=SzlrtzkFpoM

Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα

48 νέες θέσεις Πιστοποιημένων Εκπαιδευτών ενηλίκων

Ρεβεγιόν με χιόνια στην Αττική - Προβλέψεις από Καλλιάνο και Κολυδά

Παν.Αιγαίου: Νέα Μοριοδοτούμενα σεμινάρια για Εκπαιδευτικούς με Υποτροφίες έως 31/12

Google news logo Ακολουθήστε το Alfavita στo Google News Viber logo Ακολουθήστε το Alfavita στo Viber

σχετικά άρθρα