Αποτελεί σύνθεση δύο λέξεων:
«νέος», που σημαίνει καινούργιος,
και «ἥλυς», που σχετίζεται με το ρήμα «ἔρχομαι» (δηλαδή «έρχομαι» ή «καταφθάνω»).
Στα αρχαία κείμενα, η λέξη χρησιμοποιούταν κυρίως για άτομα που είχαν φτάσει πρόσφατα σε έναν τόπο — όπως ταξιδιώτες, ξένους ή νέους κατοίκους. Είχε συχνά περιγραφικό χαρακτήρα, δίνοντας έμφαση στην αίσθηση της άφιξης και της πρώτης επαφής με το άγνωστο.
Στη σύγχρονη εποχή, η λέξη σπάνια εμφανίζεται στον καθημερινό λόγο και όταν χρησιμοποιείται, έχει πιο λογοτεχνικό ή ποιητικό ύφος.
Παράδειγμα χρήσης:
«Ο νέηλυς ταξιδιώτης στάθηκε στην είσοδο του χωριού, παρατηρώντας με δέος το νέο τοπίο που απλωνόταν μπροστά του.»
Σε αυτό το παράδειγμα, ο όρος περιγράφει κάποιον που μόλις έχει φτάσει σε άγνωστο μέρος, μεταφέροντας την αίσθηση της πρώτης εντύπωσης και του καινούριου.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Πορτοκαλί φανάρι: Τι λέει ο νέος ΚΟΚ
Αλλάζουν όλα στους μισθούς λόγω ΑΜΚΑ: Ποιες ηλικίες θα δουν αυξήσεις