Θανάσης Παπακωνσταντίνου: Το σύστημα θέλει τους καλλιτέχνες στον ρόλο του γελωτοποιού
Συνέντευξη στην εφημερίδα «Ελευθερία» της Θεσσαλίας

Το ραντεβού δόθηκε στην πλατεία του Μεγαλόβρυσου, την ώρα που στον κάμπο κατέβαινε ομίχλη.

Δεν άργησε να φανεί από τις στροφές του Μεταξοχωρίου για να μας οδηγήσει στο «ησυχαστήριό» του, στο νέο στούντιο ηχογραφήσεων «Αχός». Έλειπε καιρό, εκεί κρυβόταν. Πάνω στο βουνό, μέσα στο δάσος για να σκεφτεί, να γράψει, να δημιουργήσει και να παραδώσει στον κόσμο που χρόνια τον ακολουθεί 13 ολοκαίνουργια τραγούδια με ερμηνευτή τον Σωκράτη Μάλαμα. Ο λόγος για τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, τον τραγουδοποιό που διαθέτει γλώσσα ποιητή.

Με την αυθεντικότητά του, κρατώντας συγχρόνως το πιο ειλικρινές κομμάτι του εαυτού του για να το καταθέτει στα τραγούδια, βρίσκεται απέναντι και όταν τον ρωτώ τι έκανε τόσο καιρό; «Ώδινεν όρος και έτεκεν μυν», λέει και σκάει στα γέλια. Η κουβέντα πάει αμέσως στον Σωκράτη Μάλαμα, στη συνεργασία τους και στις καλοκαιρινές συναυλίες. «Με τον Σωκράτη μάς συνδέει μία συγγένεια εσωτερική κατά κάποιο τρόπο. Με βοήθησε πάρα πολύ καταρχήν στο ξεκίνημά μου, με την έννοια ότι εγώ δεν έβγαινα να παίξω και έπαιζε εκείνος τα δικά μου κομμάτια. Αποτέλεσμα ήταν, όταν βγήκα, να υπάρχει ένα ήδη έτοιμο μέρος του κόσμου που με άκουγε. Συνεργαζόμαστε από τον πρώτο σχεδόν δίσκο, την «Αγία νοσταλγία» και φτάσαμε στο σήμερα, οπότε είπαμε να βγούμε και μαζί».

Οι συναυλίες αναμένεται να ξεκινήσουν τον Ιούνιο με πρώτο σταθμό την Αλεξανδρούπολη, για να ακολουθήσουν Θεσσαλονίκη, Υπάτη, Αθήνα, Λάρισα. Στις αποσκευές αυτό το καλοκαίρι θα είναι ο νέος δίσκος που κυκλοφόρησε λίγες μέρες πριν και φέρει τον τίτλο «Με στόμα που γελά». Ο ίδιος είχε γράψει ότι πρόκειται για το γέλιο που σε τραντάζει, αυτό που μοιάζει με την αίσθηση του θανάτου. «Κάπου διάβασα μία ωραία φράση που έλεγε ότι «το γέλιο είναι η προκαταβολή του θανάτου» και το εξήγησα με αυτό τον τρόπο ότι το καλό το γέλιο αυτό που βγαίνει από μέσα μας και μας συνταράσσει και μας τραντάζει μοιάζει πάρα πολύ με τον θάνατο. Ο τίτλος βγήκε μέσα από ένα κομμάτι του Ρίλκε που υπάρχει στον δίσκο. Τις περισσότερες φορές κάπως έτσι γίνεται. Διαλέγω φράσεις ή λέξεις μέσα από τα στιχάκια, και μετά προσπαθώ αυτό να του δώσω και μία σκέψη. Μου αρέσει πρώτα αισθητικά και στη συνέχεια προσπαθώ να του δώσω και υπόσταση».

Στο νέο του δίσκο ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου χρησιμοποιεί μια πιο λαϊκή γλώσσα και επιλέγει για ερμηνευτή τον Σ. Μάλαμα. «Στην αρχή είχαμε πει με τον Σωκράτη να κάνουμε ένα δίσκο πιο λαϊκό, με τραγούδια πιο στρογγυλά γιατί εγώ στους τελευταίους δίσκους τα έκανα με γωνίες. Κάπως έτσι ξεκίνησε ,αλλά και πάλι δεν βγήκε καθαρά λαϊκός, μπήκε μέσα μια θανασοπαραξενιά», σημειώνει. Εξηγώντας τον τρόπο με τον οποίο επιλέγει τα τραγούδια, παρομοιάζει τη διαδικασία σαν το παιχνίδι του μπιλιάρδου. «Δεν έχω από πριν στο μυαλό τι θα μπει στον δίσκο, αυτό βγαίνει στην πορεία. Είναι σαν τα τραγούδια να είναι οι μπάλες από το μπιλιάρδο, χτυπάει το ένα το άλλο, άλλα μπαίνουν στην τρύπα και χάνονται και δεν μπαίνουν στο δίσκο και άλλα παραμένουν».

Επανέρχεται στη σχέση με τον Σ. Μάλαμα και εξηγεί: «Δεν του δίνω απλά τα πιο ερωτικά κομμάτια, του δίνω αυτό που λέμε καϊμάκι. Είναι γιατί τον αγαπάω, είμαστε φίλοι» και συνάμα αναφέρει τον λόγο που ο ίδιος αποφεύγει να τα τραγουδήσει -αν εξαιρέσει κανείς τον «Στυλίτη»- και χωρίς να το επεξεργαστεί λέει: «Για εμένα ο έρωτας που στην ουσία προκύπτει ανάμεσα στα φύλα νομίζω ότι δεν έχει να κάνει με τον πυρήνα της ύπαρξης. Ο πυρήνας της ύπαρξης είναι άφυλος. Τα πιο βαθιά συναισθήματα και βιώματα είναι άφυλα και εγώ είμαι ταγμένος προς τα εκεί». Από τα 13 κομμάτια που περιλαμβάνει ο νέος δίσκος μόνο ένα επιλέγει να τραγουδήσει. Είναι ένα μήνυμα ότι θα σταματήσει να ερμηνεύει; «Σωστά, θα ερμηνεύω όσο γίνεται λιγότερο. Γιατί αλλιώς έχω μέσα μου ένα κομμάτι και αλλιώς το αποδίδω. Προτιμώ να γράφω και να τα ερμηνεύουν άλλοι. Κάπως έτσι θα πορευτούμε και στις συναυλίες του καλοκαιριού. Τα περισσότερα θα τα ερμηνεύει ο Σ. Μαλάμας και λιγότερα εγώ».

Στο «Με στόμα που γελά», ανταμώνει μια μεγάλη παρέα μουσικών «η παρέα δημιουργείται και στην πορεία. Αυτό που κάνω εγώ συνήθως είναι το εξής: Όταν ετοιμάζω ένα δίσκο αφού βρω τα κομμάτια μετά σκέφτομαι ποιος θα μπορούσε να τα πει, σκέφτομαι τα όργανα, ποια όργανα θα εξυπηρετήσουν καλύτερα τα τραγούδια και μετά ψάχνω τους μουσικούς. Δεν παίζει ρόλο να είναι μόνο καλοί μουσικοί αλλά και πως μεταξύ τους θα βρουν άκρη, η χημεία τους».

Ποια είναι η πρώτη του ύλη; Τα πάντα λέει, «ό,τι περνάει από τα μάτια τα εξωτερικά αλλά και τα εσωτερικά. Μπορεί να είναι πράγματα που έχω βιώσει, που έχω παρατηρήσει. Μπορεί να είναι όμως και πράγματα που είναι καθαρά υποκείμενα της φαντασίας μου. Να είναι κατασκευάσματα του νου. Μπορεί να είναι ένα όνειρο, μπορεί να είναι μία εικόνα φυσικού περιβάλλοντος. Οπότε όλα αυτά γίνονται ένα χαρμάνι».

Όπως σε προηγούμενες δουλειές έτσι και σε αυτή δεν λείπει το προσφυγικό. Αυτός ο δίσκος φιλοξενεί την «Τάλα» τη μικρή από τη Συρία, ο ίδιος υποστηρίζει ότι «ως ανθρώπινο είδους οφείλουμε την ύπαρξή μας στη μετανάστευση. Επίσης, σκέφτομαι ότι όσα τοιχία και αν υψωθούν, όσα σύνορα και αν υπάρξουν πάντοτε οι πιο κατατρεγμένοι, οι πιο φτωχοί, αυτοί που δεν έχουν νερό να πιουν θα πηγαίνουν σε περιοχές που υπάρχουν αυτά που τους λείπουν. Άρα το βασικό μέλημα για να μην υπάρχει πρόβλημα είναι να δείξουν μεγαλοψυχία οι χώρες που έχουν πλούτο. Να δεχτούν ένα μέρος αυτού του πλούτου να το δώσουν σε ανθρώπους που δεν έχουν. Όχι, γιατί δεν εργάζονται, όχι γιατί είναι τεμπέληδες αλλά επειδή βρίσκονται σε περιοχές που είναι φτωχές. Που τις έχουν καταστρέψει πάλι αυτοί που έχουν τον πλούτο».

Ο καλλιτέχνης όμως έχει δικαίωμα να εκφραστεί δημόσια πέρα από τα έργα του; «Από τη μία πλευρά δεν χρειάζεται να μιλάς γιατί αν στα έργα σου είσαι αυθεντικός, ειλικρινής και με εσωτερική φλόγα αυτό από μόνο του αρκεί. Το έχω παρατηρήσει ότι παλιά είχα περισσότερες κοινωνικές ανησυχίες. Αυτό συνέβαινε όταν δεν με είχε συνεπάρει η δημιουργία. Θέλω να πω ότι επειδή με καλύπτει πλήρως με καθησυχάζει κιόλας, με την έννοια ότι επειδή νιώθω μία πληρότητα ουσιαστική, εσωτερική, δεν νιώθω την ανάγκη να βγω στον δρόμο και να διεκδικήσω. Το αντίθετο όμως συμβαίνει με τον δέκτη. Ο δέκτης μέσα από την τέχνη, μέσα από τη μουσική μπορεί να οδηγηθεί μακροπρόθεσμα όμως, ας το πούμε σε μια εξέγερση. Η μουσική είναι βαθύς στοχασμός πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση και ο άνθρωπος από τη στιγμή που θα αρχίσει να στοχάζεται θα αποζητήσει και την ελευθερία. Εν κατακλείδι θα μπορούσα να πω ότι για μένα τον δημιουργό η τέχνη λειτουργεί αντί-επαναστατικά, ενώ για τον δέκτη μπορεί και λειτουργεί επαναστατικά».

Από την άλλη πλευρά υπάρχουν και εκείνοι που αντιδρούν όταν ένας καλλιτέχνης θα εκφραστεί πέρα από την τέχνη του, «υπάρχει πολύς κόσμος που αντιδρά όταν εκφράζεις κάτι. Η άρχουσα τάξη μας θέλει να έχουμε τον ρόλο που είχαν παλιά οι γελωτοποιοί, σου λέει: “Εγώ θα κάνω τα στραβά μάτια για την καμπούρα σου και εσύ διασκέδασέ μας. Σκάσε και μη μιλάς”. Αυτό δεν μπορώ να το δεχτώ. Όποτε νιώθω ότι έχω να πω και εγώ κάτι το λέω γιατί θέλω να φανώ αντάξιος στα τραγούδια μου κατά κάποιο τρόπο, καθώς αυτά στηρίζουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια».

Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου είναι ένα φαινόμενο. Τον αποκαλούν με το μικρό του όνομα, καταφέρνει να μαζέψει χιλιάδες κόσμου, σε απόλυτα συντονισμένο κύμα σε έναν μουσικό χώρο που αποκαλείται «έντεχνος», με μη καθαρό – ερωτικό στίχο, με μη κατανοητό στίχο. «Έχω και κομμάτια που είναι απόλυτα κατανοητά που είναι οι ιστορίες, όπως για παράδειγμα “Η ουρά του αλόγου” είναι πλήρως κατανοητή. Όντως όμως υπάρχουν και κομμάτια τα οποία τα έχω γράψει σχεδόν με αυτόματη γραφή που και εγώ προσπαθούσα εκ των υστέρων να καταλάβω τι λέω. Δεν είναι αρλούμπες, με την έννοια ότι σε αφήνουν μετέωρο, είναι εικόνες οι οποίες εντυπώνονται στο μυαλό, άσχετα αν δεν μπορείς να βρεις ίσως κάποια σύνδεση μεταξύ τους, οι εικόνες ωστόσο είναι ξεκάθαρες. Αυτό εμένα μου αρκεί γιατί η τέχνη και το τραγούδι και η μουσική έχουν πολλές εκφάνσεις μία από αυτές είναι να δημιουργεί καινούργια συναισθήματα, αβίωτα.

Είναι λίγο βαρετό να περιγράψεις ένα συναίσθημα, όταν όμως περιγράψεις μια εικόνα κάποιος που θα τη βάλει μέσα στο μυαλό του τότε αυτή θα μπορέσει να είναι ένα κλειδί που θα δημιουργήσει καινούργια συναισθήματα. Είναι και αυτή η πλευρά της στιχουργίας που εγώ δεν την απορρίπτω, ο υπερρεαλισμός.

Το θέμα του «φαινομένου» που μου προσδίδεις δεν έγκειται σε αυτά που είπες αλλά στο γεγονός ότι με αποδέχεται αρκετός κόσμος ενώ είμαι φάλτσος και δεν έχω σκηνική παρουσία. Επίσης, ζω στην περιφέρεια, είμαι οικογενειάρχης, δεν βγαίνω στην τηλεόραση. Θέλω, όσο μπορώ δηλαδή το προσπαθώ, να περιορίσω την αναγνωρισιμότητα, γιατί θεωρώ ότι όσο πιο άγνωστος είναι κάποιος τόσο πιο ελεύθερος είναι και η ελευθερία είναι πάνω από όλα. Έχω όλα αυτά τα στοιχεία τα οποία είναι αρνητικά για να γίνει κάποιος γνωστός και παρόλα αυτά ο κόσμος δεν τα παίρνει υπόψη του», αναφέρει και γελά προσθέτοντας ότι και ο ίδιος εντυπωσιάζεται από αυτό. «Μια εξήγηση που βρήκα γιατί μπορεί να συμβαίνει, ίσως να είναι που μου δόθηκε η δυνατότητα να βουτάω στο συλλογικό ασυνείδητο και να ανασύρω από κει εικόνες και συναισθήματα, που είναι αρχέγονα που αγγίζουν τους συνανθρώπους. Μου έχουν πει αρκετοί “Θανάση μάς αγγίζεις στη συνείδηση, μάς τσιγκλάς”. Αυτό γίνεται χωρίς να το επιδιώκω. Εγώ στη δημιουργία ανοίγομαι με τη μέγιστη αγνότητα, είμαι σαν μικρό παιδί και αυτό δίνει μία σφραγίδα στα κομμάτια που ακόμα και όταν δεν τα καταλαβαίνεις τα τραγουδάς».

Δεν αποκλείει ωστόσο να είναι και μοιραία τα πράγματα, «μπορεί να είναι προδιαγεγραμμένα. Δεν το λέω από τη θρησκευτική πλευρά, δεν έχω νιώσει το θρησκευτικό συναίσθημα, δεν έχω νιώσει την ύπαρξη του Θεού. Αλλά παρόλα αυτά πιστεύω στο προδιαγεγραμμένο ότι τα πράγματα είναι αλληλένδετα μεταξύ τους. Παρελθόν, παρόν και μέλλον με κάποιον τρόπο συνδέονται άρρηκτα. Δεν υπάρχει ελευθερία βούλησης. Απλώς, ονομάζουμε ελευθερία βούλησης την άγνοια όλων των παραγόντων, που οδηγούν κάθε φορά στο να συμβεί κάτι».

Κάθε τραγούδι και μια ιστορία, εικόνες που διαδέχονται η μια την άλλη. Στον συγκεκριμένο δίσκο ανακαλεί τον γερμανόφωνο ποιητή Ρίλκε, συχνά ανατρέχει στην ποίηση και κλείνουμε την κουβέντα μας με αυτή. «Η ποίηση με συγκινεί βαθιά. Πλέον δεν μπορώ να διαβάσω πεζογραφία, πιάνω τον εαυτό μου να διαβάζει μηχανικά, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Η ποίηση δεν χρειάζεται συγκέντρωση, μόνο συντονισμό με τον ποιητή. Η ποίηση παγώνει τη στιγμή. Αν κάποιος ποιητής περιγράψει μία στιγμή τότε γίνεται αιώνια. Η ποίηση μοιάζει πάρα πολύ με τη μουσική, έχει μεγάλη ελευθερία και μπορεί και αυτή να δημιουργήσει καινούργια συναισθήματα μέσα από την περιγραφή των εικόνων. Αυτού του είδους η ποίηση μου αρέσει, η εικονοπλαστική».

Ένας από τους βασικούς λόγους που τη χρησιμοποιεί είναι γιατί ανατρέχει σε αυτή όταν στερεύει ο λόγος του. «Ο ποιητής μου δίνει μία νέα ματιά, μια ώθηση για να συνεχίσω».

Πηγή: Θεσσαλία

σχετικά άρθρα

Η κατανομή πιστώσεων για πρόσληψη ΕΕΠ και ΕΒΠ από το ΠΥΣΕΕΠ Β. Αιγαίου
Η κατανομή πιστώσεων για πρόσληψη ΕΕΠ και ΕΒΠ από το ΠΥΣΕΕΠ Β. Αιγαίου
Ανακοίνωση του Περιφερειακού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (ΠΥΣΕΕΠ) Βορείου Αιγαίου
Η κατανομή πιστώσεων για πρόσληψη ΕΕΠ και ΕΒΠ από το ΠΥΣΕΕΠ Β. Αιγαίου