Παρά τη συνεχιζόμενη βελτίωση των βασικών μακροοικονομικών δεικτών και τη διατήρηση θετικών ρυθμών ανάπτυξης, η καθημερινότητα μεγάλου μέρους των Ελλήνων εργαζομένων παραμένει ιδιαίτερα πιεστική. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της Ετήσιας Έκθεσης 2026 του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, η οποία καταγράφει ότι η οικονομική πρόοδος δεν έχει μεταφραστεί ακόμη σε ουσιαστική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, οι πραγματικοί μισθοί παραμένουν ουσιαστικά στάσιμοι. Την περίοδο 2019-2025 η μέση ετήσια αύξηση των πραγματικών αποδοχών περιορίστηκε μόλις στο 0,3%, ενώ σε σύγκριση με το 2021 οι εργαζόμενοι εξακολουθούν να διαθέτουν μικρότερη αγοραστική δύναμη, καθώς οι πραγματικές αποδοχές εμφανίζονται μειωμένες κατά 1,3%.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα σε τομείς με κρίσιμη κοινωνική σημασία. Στην εκπαίδευση, στη δημόσια υγεία, στην κοινωνική φροντίδα, στο λιανεμπόριο και στην εστίαση, τα πραγματικά ωρομίσθια εξακολουθούν να υπολείπονται των επιπέδων που είχαν καταγραφεί πριν από την οικονομική κρίση, παρά την ανάκαμψη που έχει σημειώσει η ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια.
Από τους περισσότερους στην Ευρώπη σε ώρες εργασίας
Η Ελλάδα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις χώρες με τον υψηλότερο χρόνο εργασίας στην Ευρώπη. Οι εργαζόμενοι στο εμπόριο απασχολούνται κατά μέσο όρο πάνω από 42 ώρες εβδομαδιαίως, στη μεταποίηση σχεδόν 42 ώρες, ενώ στον πρωτογενή τομέα οι ώρες εργασίας ξεπερνούν τις 47 την εβδομάδα.
Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, οι αυξημένες ώρες απασχόλησης δεν συνοδεύονται από αντίστοιχη βελτίωση των αποδοχών, γεγονός που περιορίζει τα οφέλη της εργασίας για σημαντικό μέρος των μισθωτών.
Η εργασία δεν αρκεί για να απομακρύνει τον κίνδυνο φτώχειας
Ένα από τα πιο ανησυχητικά ευρήματα αφορά το φαινόμενο των εργαζόμενων φτωχών. Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ διαπιστώνει ότι η απασχόληση δεν αποτελεί πλέον επαρκή εγγύηση οικονομικής ασφάλειας, ιδιαίτερα για όσους εργάζονται μερικώς ή διαθέτουν χαμηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης.
Παράλληλα, η οικονομική πίεση στα νοικοκυριά παραμένει έντονη. Σχεδόν μία στις τρεις οικογένειες με παιδιά αντιμετωπίζει δυσκολίες στην εξυπηρέτηση βασικών υποχρεώσεων, καθώς το 34,9% δηλώνει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λογαριασμούς κοινής ωφέλειας. Το ποσοστό αυτό είναι σχεδόν τετραπλάσιο από τον μέσο όρο που καταγράφεται στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ανεργία εξακολουθεί να αφήνει βαθύ αποτύπωμα
Παρά τη μείωση της ανεργίας τα τελευταία χρόνια, η μακροχρόνια ανεργία παραμένει σημαντική πρόκληση. Περισσότεροι από τους μισούς ανέργους βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας για διάστημα μεγαλύτερο των δώδεκα μηνών, με τις γυναίκες και τους νέους να επηρεάζονται δυσανάλογα.
Την ίδια στιγμή, η απασχόληση στην Ελλάδα εξακολουθεί να κινείται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ οι δυσκολίες ένταξης στην αγορά εργασίας παραμένουν αυξημένες για ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όπως οι νέοι, οι γυναίκες και τα άτομα με αναπηρία.
Ασθενής αγοραστική δύναμη και οικονομία εξαρτημένη από την κατανάλωση
Η έκθεση υπογραμμίζει ότι, παρά τη συνεχιζόμενη αύξηση του ΑΕΠ, η πραγματική ευημερία των πολιτών παραμένει περιορισμένη. Η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων αντιστοιχεί μόλις στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ το κατά κεφαλήν εισόδημα εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά των επιδόσεων των περισσότερων κρατών-μελών της ΕΕ.
Παράλληλα, το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας εξακολουθεί να στηρίζεται κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση, η οποία καλύπτει σχεδόν τα δύο τρίτα του ΑΕΠ. Οι επενδύσεις παραμένουν χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και συγκεντρώνονται σε μεγάλο βαθμό στον τομέα της κατοικίας, ενώ το εμπορικό ισοζύγιο συνεχίζει να επιβαρύνεται από την υψηλή εξάρτηση της χώρας από τις εισαγωγές.
Έκκληση για νέο παραγωγικό μοντέλο
Με βάση τα συμπεράσματα της έκθεσης, το ΙΝΕ ΓΣΕΕ τονίζει ότι η δημοσιονομική σταθερότητα και η αύξηση του ΑΕΠ από μόνες τους δεν αρκούν για να βελτιώσουν ουσιαστικά το επίπεδο ζωής των πολιτών.
Όπως επισημαίνεται, η χώρα χρειάζεται ένα νέο αναπτυξιακό και παραγωγικό πρότυπο που θα δίνει έμφαση στις παραγωγικές επενδύσεις, στην τεχνολογική αναβάθμιση, στην ενίσχυση της βιομηχανικής δραστηριότητας, στην αύξηση των πραγματικών μισθών και στη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας. Μόνο μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις, σημειώνει η έκθεση, η οικονομική ανάπτυξη θα μπορέσει να μετατραπεί σε πραγματική κοινωνική πρόοδο και σε ουσιαστική σύγκλιση της Ελλάδας με τα ευρωπαϊκά δεδομένα.