Ένας σπάνιος, αλλά ιδιαίτερα επικίνδυνος μύκητας βρίσκεται στο επίκεντρο της επιστημονικής έρευνας, καθώς τα περιστατικά μόλυνσης που έχουν καταγραφεί στις Ηνωμένες Πολιτείες αυξάνονται. Πρόκειται για τον Cladophialophora bantiana, έναν μικροοργανισμό που μπορεί να προκαλέσει σοβαρές εγκεφαλικές λοιμώξεις και για τον οποίο παραμένουν αναπάντητα κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με την προέλευση και τη μετάδοσή του.
Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον και τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ (CDC) εξέτασαν εργαστηριακά δεδομένα και εντόπισαν αξιοσημείωτη αύξηση των ανιχνεύσεων, ιδιαίτερα μετά το 2023. Παρά τη σαφή μεταβολή των αριθμών, οι επιστήμονες διευκρινίζουν ότι οι συγκεκριμένες λοιμώξεις εξακολουθούν να είναι σπάνιες και πως τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επαρκούν για να αποτυπώσουν το σύνολο των περιστατικών.
Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό δελτίο Morbidity and Mortality Weekly Report του CDC. Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, τα αίτια της αυξητικής τάσης δεν έχουν ακόμη διευκρινιστεί.
Ένας σπάνιος μύκητας με επικίνδυνη δράση στον εγκέφαλο
Οι μυκητιασικές λοιμώξεις του εγκεφάλου είναι ασυνήθιστες και εμφανίζονται συχνότερα σε ανθρώπους με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα. Ο συγκεκριμένος μύκητας, ωστόσο, παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα: μπορεί να προκαλέσει σοβαρή νόσο ακόμη και σε ανθρώπους χωρίς γνωστά προβλήματα ανοσολογικής άμυνας.
Όταν εισέλθει στον οργανισμό, μπορεί να προσβάλει τον εγκέφαλο και να οδηγήσει στον σχηματισμό αποστημάτων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η μελέτη, περίπου οι μισές λοιμώξεις αφορούν άτομα με φυσιολογική λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η σοβαρότητα της νόσου. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η θνησιμότητα μεταξύ των ασθενών που αναπτύσσουν λοίμωξη από C. bantiana μπορεί να φτάσει το 60% έως 70%, ακόμη και με τη χορήγηση θεραπείας.
Απότομη άνοδος στις εργαστηριακές ανιχνεύσεις
Η ανάλυση βασίστηκε σε δεδομένα εξειδικευμένου εργαστηρίου αναφοράς του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον, το οποίο εξετάζει δείγματα από διαφορετικές περιοχές των ΗΠΑ.
Από τον Ιανουάριο του 2009 έως τον Ιούλιο του 2026, καταγράφηκαν 48 επιβεβαιωμένα και ένα πιθανό περιστατικό λοίμωξης από τον συγκεκριμένο μύκητα, με προέλευση από 21 πολιτείες και την Ουάσιγκτον.
Η εικόνα άλλαξε αισθητά τα τελευταία χρόνια. Ενώ από το 2009 έως το 2023 εντοπίζονταν από ένα έως πέντε περιστατικά ετησίως, το 2024 καταγράφηκαν οκτώ και το 2025 ο αριθμός έφτασε τα 14.
Η αύξηση αποτυπώνεται και στη συχνότητα των θετικών ευρημάτων σε δείγματα από τον εγκέφαλο και το κεντρικό νευρικό σύστημα. Από το 2017 έως το 2023 καταγράφονταν κατά μέσο όρο 8,4 περιστατικά ανά 1.000 δείγματα που υποβάλλονταν σε εκτεταμένο μυκητολογικό έλεγχο. Την περίοδο 2023-2025, η συχνότητα αυτή τετραπλασιάστηκε.
Οι επιστήμονες εξέτασαν αν η άνοδος θα μπορούσε να εξηγηθεί από την αύξηση του αριθμού των εξετάσεων. Διαπίστωσαν, ωστόσο, ότι οι ανιχνεύσεις του μύκητα αυξήθηκαν ταχύτερα από τον αριθμό των δειγμάτων, γεγονός που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπάρχει πραγματική αύξηση των λοιμώξεων.
Παρά τα ευρήματα, απαιτούνται περισσότερα δεδομένα προκειμένου να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για την έκταση του φαινομένου.
Πώς εισέρχεται στον οργανισμό – Τα ερωτήματα που παραμένουν
Ο Cladophialophora bantiana είναι γνωστός στην επιστημονική κοινότητα από το 1911, όταν εντοπίστηκε σε εγκεφαλικό απόστημα. Παρά τη μακρά περίοδο που έχει μεσολαβήσει, οι επιστήμονες εξακολουθούν να μην γνωρίζουν με ακρίβεια πού βρίσκεται η φυσική εστία του στο περιβάλλον και πώς εκτίθενται σε αυτόν οι άνθρωποι.
Μία από τις πιθανές οδούς μόλυνσης είναι η εισπνοή σπορίων. Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, ο μύκητας μπορεί να εισέλθει στους πνεύμονες και στη συνέχεια να μεταφερθεί μέσω της κυκλοφορίας του αίματος στον εγκέφαλο. Εξετάζεται, επίσης, το ενδεχόμενο εισόδου του οργανισμού μέσω του δέρματος.
Το γεγονός ότι το 12% των δειγμάτων που συμπεριλήφθηκαν στην έρευνα προερχόταν από τους πνεύμονες ή άλλους πνευμονικούς ιστούς αποτελεί στοιχείο που ενισχύει την πιθανότητα να εμπλέκεται η αναπνευστική οδός. Δεν αποδεικνύει, ωστόσο, ότι αυτή είναι η κύρια οδός μετάδοσης.
Αναπάντητο παραμένει και το ερώτημα γιατί ο συγκεκριμένος μύκητας εμφανίζει τόσο έντονη τάση να προσβάλλει τον εγκέφαλο, καθώς και πώς καταφέρνει να προκαλεί σοβαρές λοιμώξεις σε ανθρώπους που δεν παρουσιάζουν εμφανή προβλήματα στο ανοσοποιητικό τους σύστημα.
Γιατί είναι δύσκολο να εκτιμηθεί η πραγματική έκταση του κινδύνου
Ένα από τα βασικά εμπόδια στην έρευνα είναι η απουσία συστηματικής εθνικής επιτήρησης για τον συγκεκριμένο μύκητα στις ΗΠΑ. Τα περιστατικά δεν καταγράφονται υποχρεωτικά μέσω ενός ενιαίου συστήματος αναφοράς, με αποτέλεσμα τα διαθέσιμα στοιχεία να μην αντιπροσωπεύουν κατ’ ανάγκη το σύνολο των λοιμώξεων.
Για τον λόγο αυτό, οι ερευνητές θεωρούν απαραίτητη τη συγκέντρωση δεδομένων από κλινικά εργαστήρια σε ολόκληρη τη χώρα. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουν να εκτιμήσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια πόσο συχνές είναι οι λοιμώξεις και αν η αύξηση συνεχίζεται.
Παράλληλα, η διερεύνηση του φυσικού περιβάλλοντος του μύκητα και των τρόπων έκθεσης των ανθρώπων σε αυτόν θεωρείται κρίσιμη για την καλύτερη κατανόηση της νόσου.
Προς το παρόν, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να εξηγούν αν η αύξηση συνδέεται με περιβαλλοντικές μεταβολές, με αλλαγές στην έκθεση του πληθυσμού ή με άλλους παράγοντες. Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι η συστηματικότερη παρακολούθηση και η περαιτέρω έρευνα αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για να αποσαφηνιστεί τι βρίσκεται πίσω από την αυξητική τάση.