Συνεχίζουμε τη σειρά που ψάχνει τις αρχαίες λέξεις στον λόγο μας.
Στην ιστορία μιας γλώσσας υπάρχουν λέξεις που ανεβαίνουν κοινωνικά και λέξεις που κατεβαίνουν. Το φαινόμενο δεν είναι τυχαίο: ακολουθεί τις εξουσιαστικές σχέσεις της κάθε εποχής. Όταν μια πράξη παύει να είναι εγκληματική και γίνεται προνόμιο — ή όταν ένα προνόμιο παύει να είναι αυτονόητο και γίνεται έγκλημα — η λέξη που τη δηλώνει μετακινείται μαζί της. Η επόμενη περίπτωση είναι από τις πιο ακραίες που έχει καταγράψει η ελληνική.
αὐθέντης: ο αυτουργός
Η λέξη αὐθέντης εμφανίζεται στα αρχαία με τη σημασία «ο υπεύθυνος ενός έργου» — και ειδικότερα, όπως τη χρησιμοποιεί ο Αντιφών, ο υπεύθυνος ανθρωποκτονίας. Από εκεί προέκυψε η κύρια αρχαία σημασία της, με την οποία τη βρίσκουμε στον Ηρόδοτο και στον Θουκυδίδη: φονιάς.
Στα λεξικά της αρχαίας η λέξη καταγράφεται με σημασίες όπως «φονιάς», «μέλος της οικογένειας του φονιά», «ο δράστης, αυτός που διέπραξε κάτι». Υπάρχει μάλιστα και η φράση «αὐθένται θάνατοι» για τους αλληλοσκοτωμούς μέσα στην ίδια οικογένεια.
Πώς ο αυτουργός έγινε κύριος
Η γέφυρα ανάμεσα στις δύο σημασίες είναι η έννοια του «αυτουργού»: αυτός που κάνει κάτι με τα ίδια του τα χέρια, με δική του πρωτοβουλία, χωρίς να λογοδοτεί σε κανέναν. Αυτό ακριβώς είναι και ο φονιάς, αλλά είναι και ο απόλυτος κύριος.
Έτσι η λέξη μετατοπίστηκε: από τον δράστη στον πρωτουργό, από τον πρωτουργό στον αδιαμφισβήτητο εξουσιαστή. Στα μεταγενέστερα και μεσαιωνικά χρόνια ο αὐθέντης είναι ο κύριος, ο ιδιοκτήτης, ο γαιοκτήμονας, ο ηγεμόνας — και ο τύπος γίνεται αφέντης, από όπου το αφεντικό.
Δύο απρόσμενοι συγγενείς
Από την ίδια ρίζα προέρχεται και το αυθεντικός. Ό,τι είναι αυθεντικό είναι «αυτό που έγινε από τον ίδιο τον δημιουργό του» — η ίδια ακριβώς έννοια του αυτουργού, αλλά με θετικό πρόσημο.
Και ο δεύτερος συγγενής έκανε τον γύρο μέσω άλλης γλώσσας: το ελληνικό αφέντης πέρασε στα τουρκικά και έδωσε το efendi, που επέστρεψε σε εμάς ως «εφέντης».
Οπότε το αφεντικό, ο αυθεντικός καλλιτέχνης και ο εφέντης είναι όλοι τους απόγονοι ενός αρχαίου φονιά.
Πηγές
Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη), λ. αφέντης — greek-language.gr
Λεξικό Μπαμπινιώτη / LSJ, λ. αφέντης, αὐθέντης, αὐτοέντης — lsj.gr