Ο εθισμός στο διαδίκτυο αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της σύγχρονης εποχής για παιδιά και εφήβους. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, οι ειδικοί καταγράφουν μια ανησυχητική εξέλιξη: το φαινόμενο εμφανίζεται πλέον ακόμη και σε μαθητές του δημοτικού σχολείου.
Σύμφωνα με επιστημονικά στοιχεία, τα ποσοστά εξάρτησης από το διαδίκτυο σχεδόν διπλασιάστηκαν μετά την περίοδο της πανδημίας, γεγονός που έχει αναζωπυρώσει τη συζήτηση γύρω από τον περιορισμό της πρόσβασης των ανηλίκων στα κοινωνικά δίκτυα. Πολλοί ειδικοί προτείνουν τη θέσπιση ηλικιακού ορίου κάτω των 15 ετών, τονίζοντας ωστόσο ότι η νομοθεσία από μόνη της δεν αρκεί για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Η καθηγήτρια και εθνική εκπρόσωπος της Έδρας UNESCO για την Παγκόσμια Υγεία και Εκπαίδευση, Άρτεμις Τσίτσικα, εξηγεί ότι ο εθισμός στο διαδίκτυο λειτουργεί με μηχανισμούς παρόμοιους με άλλες μορφές εξάρτησης. Παρότι δεν υπάρχει κάποια ουσία που εισέρχεται στον οργανισμό, στον εγκέφαλο ενεργοποιούνται νευροχημικές διαδικασίες που σχετίζονται με το αίσθημα ανταμοιβής και ευχαρίστησης.
Συγκεκριμένα, επηρεάζονται νευροδιαβιβαστές όπως η ντοπαμίνη και η σεροτονίνη, αλλά και ορμόνες που σχετίζονται με το στρες και την εγρήγορση, δημιουργώντας έναν κύκλο ανταμοιβής που μπορεί να οδηγήσει σε εξάρτηση.
Οι επιπτώσεις στην καθημερινότητα των παιδιών
Τα συμπτώματα που παρουσιάζουν τα παιδιά με έντονη χρήση του διαδικτύου μοιάζουν με εκείνα άλλων μορφών εθισμού. Συχνά αλλάζει το πρόγραμμα ύπνου, με αποτέλεσμα να ξενυχτούν και να εμφανίζουν έντονη κόπωση. Παράλληλα επηρεάζεται η διατροφή τους, ενώ μειώνεται σημαντικά η φυσική δραστηριότητα.
Η υπερβολική ενασχόληση με τις οθόνες επηρεάζει επίσης τις κοινωνικές σχέσεις των παιδιών. Πολλά εγκαταλείπουν εξωσχολικές δραστηριότητες, απομακρύνονται από φίλους και περιορίζουν την κοινωνική τους ζωή. Σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρείται ακόμη και πτώση των σχολικών επιδόσεων ή απομάκρυνση από το σχολικό περιβάλλον.
Έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο μεταπτυχιακού προγράμματος της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ δείχνουν ότι πριν από την πανδημία περίπου το 8% των παιδιών εμφάνιζε σοβαρή εξάρτηση από το διαδίκτυο, ενώ τα ποσοστά ήπιας έως μέτριας εξάρτησης έφταναν έως και το 40%. Μετά την πανδημία, τα ποσοστά αυτά παρουσίασαν σημαντική αύξηση.
Πιο ευάλωτη περίοδος η εφηβεία
Η εφηβεία παραμένει η ηλικιακή περίοδος με τη μεγαλύτερη ευαλωτότητα, ιδιαίτερα μετά τα 14 έτη, καθώς πρόκειται για μια φάση έντονου πειραματισμού και αναζήτησης ταυτότητας. Ωστόσο, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι το φαινόμενο επεκτείνεται πλέον και σε μικρότερες ηλικίες.
Ιδιαίτερα ευάλωτα θεωρούνται παιδιά με διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ), παιδιά στο φάσμα του αυτισμού ή παιδιά που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στις κοινωνικές τους δεξιότητες. Παράλληλα, παράγοντες όπως το οικογενειακό περιβάλλον, η επικοινωνία στο σπίτι και οι κοινωνικές συνθήκες μπορούν να ενισχύσουν ή να περιορίσουν το φαινόμενο.
Ο ρόλος της τεχνητής νοημοσύνης και η «ψηφιακή ανηλικότητα»
Τα τελευταία χρόνια, νέες τεχνολογίες όπως η τεχνητή νοημοσύνη επηρεάζουν ακόμη περισσότερο τη σχέση των παιδιών με τον ψηφιακό κόσμο. Πολλά παιδιά στρέφονται σε ψηφιακές πλατφόρμες για να εκφράσουν σκέψεις ή προβληματισμούς, καθώς αυτές προσφέρουν άμεσες απαντήσεις και διαρκή διαθεσιμότητα.
Ωστόσο, αυτή η πρακτική μπορεί να ενισχύσει την απομόνωση και να περιορίσει τον ουσιαστικό διάλογο με την οικογένεια και το κοινωνικό περιβάλλον. Οι ειδικοί κάνουν λόγο για ένα φαινόμενο «ψηφιακής ανηλικότητας», υπογραμμίζοντας ότι τα παιδιά συχνά δεν έχουν την ωριμότητα να διαχειριστούν τον όγκο και την ένταση των πληροφοριών που δέχονται από τα κοινωνικά δίκτυα.
Η ευθύνη οικογένειας, σχολείου και κοινωνίας
Η θέσπιση ηλικιακών ορίων για τη χρήση των κοινωνικών δικτύων μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά, όμως απαιτείται ευρύτερη προσέγγιση. Οι ειδικοί τονίζουν ότι καθοριστικό ρόλο έχουν η οικογένεια και το σχολείο.
Οι γονείς καλούνται να λειτουργούν ως πρότυπα για τα παιδιά, καθώς η συμπεριφορά τους επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο οι νέοι αντιλαμβάνονται τη χρήση της τεχνολογίας. Παράλληλα, το σχολείο δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στη διδασκαλία της ύλης, αλλά να συμβάλλει στην ανάπτυξη δεξιοτήτων ζωής και κριτικής σκέψης απέναντι στον ψηφιακό κόσμο.
Σημαντική θεωρείται και η συμβολή των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, τα οποία μπορούν να ενισχύσουν την ενημέρωση και να ανοίξουν έναν ουσιαστικό δημόσιο διάλογο για την ορθή χρήση της τεχνολογίας.
Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί συνεργασία όλων των θεσμών, με δράσεις όπως προγράμματα πρόληψης στα σχολεία, ακαδημίες γονέων, κέντρα υποστήριξης εφήβων και πρωτοβουλίες που ενισχύουν την κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών.
Η συζήτηση για τα όρια στη χρήση των social media δεν αφορά μόνο την απαγόρευση, αλλά κυρίως το πώς μια κοινωνία επιλέγει να προστατεύσει και να στηρίξει τη νέα γενιά στην ψηφιακή εποχή.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Alfavita Newsroom