Έντονο προβληματισμό εκφράζει ο Σύλλογος Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού Ειδικής Αγωγής Κεντρικής & Δυτικής Μακεδονίας σχετικά με την πρόταση του ΥΠΑΙΘΑ για δημιουργία τηλεφωνικής γραμμής ψυχολογικής υποστήριξης μαθητών και γονέων ενόψει των Πανελλαδικών.
Όπως τονίζεται στην ανακοίνωση, η ψυχοκοινωνική στήριξη των μαθητών δεν μπορεί να βασίζεται σε αποσπασματικά μέτρα, αλλά απαιτεί σταθερές, επαρκώς στελεχωμένες και επιστημονικά τεκμηριωμένες δομές μέσα στο σχολικό περιβάλλον.
Ο Σύλλογος επισημαίνει τα χρόνια προβλήματα υποστελέχωσης των ΚΕΔΑΣΥ και των σχολικών μονάδων, ζητώντας μόνιμες προσλήψεις και ουσιαστική ενίσχυση της πρόληψης και της υποστήριξης των μαθητών.
Ολόκληρη η ανακοίνωση:
Η αντιμετώπιση των ψυχοσυναισθηματικών και κοινωνικών αναγκών των μαθητών απαιτεί συνεκτικό και επιστημονικά τεκμηριωμένο πλαίσιο παρέμβασης και όχι αποσπασματικές, επικοινωνιακού τύπου εξαγγελίες.
Τα τραγικά γεγονότα της Ηλιούπολης, αλλά και όσα εκτυλίσσονται καθημερινά στις σχολικές μονάδες, αποδεικνύουν ότι οι ανάγκες των μαθητών για ψυχοκοινωνική στήριξη όχι μόνο δεν καλύπτονται, αλλά αδυνατούν να αντιμετωπιστούν ουσιαστικά, ιδιαίτερα όταν προκύπτουν έκτακτες ψυχοπιεστικές συνθήκες. Για να είναι αποτελεσματική μια ψυχοκοινωνική παρέμβαση απαιτούνται σταθερές σχέσεις εμπιστοσύνης, προστατευμένο πλαίσιο και έγκαιρη παρέμβαση.
Η πρόταση του ΥΠΑΙΘΑ για λειτουργία τηλεφωνικής γραμμής στήριξης μαθητών και γονέων ενόψει των πανελλαδικών εξετάσεων αποτελεί ακόμη ένα ημίμετρο. Η ουσιαστική ψυχοκοινωνική υποστήριξη των μαθητών δεν μπορεί να εξασφαλιστεί μέσω πρόχειρων παρεμβάσεων. Τέτοιες δράσεις μπορούν να λειτουργούν μόνο επικουρικά και όχι ως μόνιμη απάντηση στις αυξημένες ανάγκες των σχολικών κοινοτήτων. Η ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται εκ των υστέρων, μέσα από μηχανισμούς διαχείρισης κρίσεων, αλλά απαιτεί πρόληψη και σταθερή υποστήριξη πριν οδηγηθούμε σε τραγικά γεγονότα.
Οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε ορισμένα βασικά ζητήματα. Τα Κέντρα Διεπιστημονικής Αξιολόγησης, Συμβουλευτικής και Υποστήριξης (ΚΕΔΑΣΥ) αποτελούν, από την ίδρυσή τους, τους αρμόδιους φορείς του Υπουργείου Παιδείας για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών αναγκών των μαθητών όλων των βαθμίδων, καθώς και για τη συμβουλευτική και υποστήριξη μαθητών και γονέων. Η χρόνια υποστελέχωση των ΚΕΔΑΣΥ -πολλά από τα οποία στελεχώνονται κυρίως από αναπληρωτές που αναλαμβάνουν υπηρεσία μήνες μετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς- έχει οδηγήσει στην υποβάθμιση των υπηρεσιών τους, μετατρέποντάς τα ουσιαστικά σε κέντρα αποκλειστικά αξιολόγησης.
Την ίδια στιγμή, η συμβουλευτική και υποστήριξη των μαθητών ανατίθεται σε ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς που εργάζονται είτε στις ΕΔΥ, είτε μέσω προγραμμάτων ΕΣΠΑ ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, είτε μέσω των Τμημάτων Υποδοχής ή του προγράμματος «Μια Νέα Αρχή στα ΕΠΑΛ», ειδικά τα τρία τελευταία προγράμματα στελεχώνονται μόνο με αναπληρωτές. Στην καλύτερη περίπτωση, οι εργαζόμενοι αυτοί καλούνται να καλύψουν μία σχολική μονάδα για μόλις λίγες ώρες την εβδομάδα.
Αυτή είναι η «ψυχοκοινωνική στήριξη» για την οποία η κυβέρνηση της ΝΔ πανηγυρίζει τα τελευταία χρόνια ως δήθεν πανάκεια, την ίδια στιγμή που έχει διαλύσει την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και την πρόληψη με διαδοχικές πολιτικές επιλογές.
Οι εργαζόμενοι στα συγκεκριμένα προγράμματα καταβάλλουμε καθημερινά κάθε δυνατή προσπάθεια για να ανταποκριθούμε στα καθήκοντά μας και θα συνεχίσουμε να το κάνουμε, παρά την απουσία ουσιαστικής κρατικής στήριξης και την αντιμετώπισή μας ως αναλώσιμων.
Με αφορμή την πρωτοβουλία του ΥΠΑΙΘΑ για τη δημιουργία τηλεφωνικής γραμμής υποστήριξης μαθητών και γονέων, αναδεικνύεται ξανά ο πρόχειρος, αντιεπιστημονικός και επικοινωνιακός τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται συνολικά το ζήτημα της συμβουλευτικής και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης.
Ακόμη και αυτό το έκτακτο μέτρο θα μπορούσε να λειτουργήσει επικουρικά μόνο εφόσον πληρούνταν βασικές προϋποθέσεις, όπως:
- κατάλληλο πλαίσιο άσκησης συμβουλευτικού έργου, με εξασφάλιση ιδιωτικότητας και επαρκούς χρόνου παρέμβασης,
- κατάλληλη εκπαίδευση του προσωπικού, καθώς η τηλεφωνική συμβουλευτική απαιτεί εξειδικευμένη προετοιμασία και σαφή επιστημονικά πρωτόκολλα,
- εποπτεία και θεσμική – νομική κατοχύρωση των εργαζομένων, ιδιαίτερα όταν αφορά ανήλικους μαθητές.
Τίποτα από τα παραπάνω δεν φαίνεται να απασχολεί το ΥΠΑΙΘΑ. Αντίθετα, για ακόμη μία φορά μετακυλίεται η ευθύνη του κράτους είτε στους γονείς είτε στους εργαζόμενους, με καταστρατήγηση ωραρίων, κατάχρηση προσωπικού χρόνου και προφορικές οδηγίες χωρίς θεσμική κάλυψη. Με βάση τα παραπάνω είναι εύλογη η ανησυχία των συναδέλφων/ισσών σε όλη την Ελλάδα και εκκωφαντική η απουσία ουσιαστικών απαντήσεων από την πολιτική ηγεσία.
Στο πλαίσιο λειτουργίας των ΚΕΔΑΣΥ μπορεί να παρέχεται συμβουλευτική υποστήριξη μαθητών, γονέων και εκπαιδευτικών μέσω συναντήσεων με φυσική παρουσία, για όσες συνεδρίες κρίνεται αναγκαίο, καθώς και παραπομπή σε κατάλληλες υπηρεσίες όταν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση και υποστήριξη. Αυτό, όμως, προϋποθέτει ενίσχυση των δομών και αναπροσαρμογή των καθηκόντων των εργαζομένων. Υπό τις υπάρχουσες συνθήκες οι ανάγκες των μαθητών θα υπονομεύονται διαρκώς.
Σύμφωνα με ερευνητικά δεδομένα, οι μαθητές που βιώνουν παρατεταμένη ψυχολογική πίεση, εκφοβισμό ή κοινωνική απομόνωση εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο αγχωδών διαταραχών, κατάθλιψης και άλλων σοβαρών ψυχικών δυσκολιών. Η έγκαιρη ανίχνευση τέτοιων φαινομένων μέσα στο σχολικό περιβάλλον αποτελεί καθοριστικό παράγοντα πρόληψης.
Ταυτόχρονα, τα παιδιά και οι έφηβοι μεγαλώνουν μέσα σε ένα ιδιαίτερα πιεστικό κοινωνικό περιβάλλον. Η πίεση των εξετάσεων, οι οικονομικές δυσκολίες, η βία, οι επιπτώσεις της πανδημίας, η αβεβαιότητα, η υπερβολική έκθεση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα φαινόμενα διαδικτυακού εκφοβισμού δημιουργούν συνεχώς νέες ψυχοκοινωνικές ανάγκες. Οι κυβερνητικές πολιτικές, που συμβάλλουν στη διαμόρφωση αυτής της πραγματικότητας, επιχειρούν να διαχειριστούν τις συνέπειες με ημίμετρα και πρόχειρες λύσεις.
Η σταθερή παρουσία Ψυχολόγου και Κοινωνικού Λειτουργού σε κάθε σχολική μονάδα δεν αποτελεί ούτε «έκτακτο μέτρο» ούτε πολυτέλεια. Είναι βασική προϋπόθεση για ένα σύγχρονο δημόσιο σχολείο που ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες των παιδιών. Ένα σχολείο που θα συμβάλλει ουσιαστικά στην πρόληψη της σχολικής βίας, του εκφοβισμού, της κοινωνικής απομόνωσης και της σχολικής διαρροής, ενισχύοντας παράλληλα την ψυχική ανθεκτικότητα των μαθητών και τη συνοχή της σχολικής κοινότητας.
Η ψυχοκοινωνική υποστήριξη δεν μπορεί να λειτουργεί αποσπασματικά, μέσω προσωρινών προγραμμάτων, ελλιπούς στελέχωσης και κάλυψης μόνο ορισμένων σχολικών μονάδων. Οι ανάγκες των μαθητών είναι καθημερινές και αφορούν όλα τα σχολεία και όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.
Για τον λόγο αυτό απαιτούμε:
- μόνιμους διορισμούς Ψυχολόγων και Κοινωνικών Λειτουργών σε όλα τα σχολεία, με βάση τις πραγματικές ανάγκες των μαθητών,
- σταθερή παρουσία Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού σε κάθε σχολική μονάδα,
- ουσιαστική ενίσχυση των ΚΕΔΑΣΥ και των διεπιστημονικών δομών υποστήριξης,
- ανάπτυξη προγραμμάτων πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης,
- ουσιαστική συνεργασία σχολείου, οικογένειας και υπηρεσιών ψυχικής υγείας.
Καλούμε το Υπουργείο Παιδείας να σταματήσει να εμπαίζει εργαζόμενους, μαθητές και γονείς. Να σταματήσει να παρουσιάζει ως «λύσεις» πρόχειρες παρεμβάσεις που δημιουργούν περισσότερα προβλήματα απ’ όσα λύνουν. Να ακούσει επιτέλους τη φωνή των μάχιμων εργαζομένων. Εδώ και τώρα να προχωρήσει στη λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την ουσιαστική και ολόπλευρη στήριξη των μαθητών και των οικογενειών τους, με βάση τις διεκδικήσεις των σωματείων και των συλλόγων γονέων.
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
ΑΣΕΠ: Προ των πυλών τρεις νέοι διαγωνισμοί με 5.200 θέσεις
Νέο market pass για 40 ευρώ κάθε μήνα χωρίς αίτηση
Προκηρύξεις εκπαιδευτικών 2026: Πώς θα δεις πρώτος τους πίνακες μέσω google
Μαρίλη Ματαφτσή