Στη σύγχρονη εκπαιδευτική συζήτηση έχει εδραιωθεί μια θεωρία που ταξινομεί τους εκπαιδευτικούς σε «αυστηρούς» και «χαλαρούς», ανάλογα με το αν εφαρμόζουν ή όχι συγκεκριμένες πρακτικές διαχείρισης της τάξης. Η θεωρία αυτή, που συχνά παρουσιάζεται ως επιστημονικά τεκμηριωμένη, στην πράξη λειτουργεί ως εργαλείο ταξινόμησης που μπορεί να αδικήσει και να υπονομεύσει τον εκπαιδευτικό. Το ζήτημα δεν είναι απλώς θεωρητικό· αφορά την καθημερινή ζωή μέσα στην τάξη, την αξιοπρέπεια του εκπαιδευτικού και την ποιότητα της μάθησης.
Η θεωρία που ταμπελοποιεί
Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, ο «χαλαρός» καθηγητής είναι εκείνος που δεν εφαρμόζει αυταρχικές ή βαναυσικές πρακτικές πειθαρχίας, ενώ ο «αυστηρός» είναι εκείνος που τις εφαρμόζει. Το πρόβλημα είναι ότι η ταξινόμηση αυτή δεν λαμβάνει υπόψη την παιδαγωγική αξία των συμπεριφορών που κατηγοριοποιούνται στην «άλλη» πλευρά. Ένας εκπαιδευτικός που θέτει σαφή όρια, απαιτεί σεβασμό και εφαρμόζει συνέπεια μπορεί να χαρακτηριστεί «αυστηρός», ακόμη κι αν η πρακτική του είναι απόλυτα παιδαγωγικά τεκμηριωμένη.
Αντίστροφα, ο «χαλαρός» χαρακτηρισμός συχνά ισοδυναμεί με έμμεση δήλωση ανικανότητας: σαν ο εκπαιδευτικός να μην μπορεί να διαχειριστεί την τάξη, να μην έχει αυθεντία ή να μην ξέρει πώς να επιβάλει πειθαρχία. Αυτή η ετικέτα δεν είναι ουδέτερη· είναι αξιολογική, και όταν χρησιμοποιείται από συναδέλφους, γονείς ή διοικητικά στελέχη, μπορεί να υπονομεύσει σοβαρά την αξιοπιστία και την αυτοπεποίθηση του εκπαιδευτικού.
Ο μη έγκυρος επιστημονικός τυπολογισμος περί «χαλαρού vs αυστηρού καθηγητή»
Η θεωρία αυτή, παρά τη δημοτικότητά της, δεν βασίζεται σε στέρεα εμπειρικά δεδομένα ούτε σε σαφή παιδαγωγικά κριτήρια. Δεν λαμβάνει υπόψη την πολυπλοκότητα της σχολικής πραγματικότητας, τις διαφορές μεταξύ μαθητών, τάξεων και σχολικών μονάδων, ούτε την προσωπικότητα και το στυλ κάθε εκπαιδευτικού. Η απλοϊκή δυαδική ταξινόμηση «αυστηρός/χαλαρός» αγνοεί τη διαβαθμισμένη φύση της παιδαγωγικής πρακτικής και την ανάγκη προσαρμογής στις συγκεκριμένες συνθήκες.
Η επιστημονική έρευνα στη διδακτική και τη διαχείριση της τάξης δείχνει ότι η αποτελεσματικότητα δεν εξαρτάται από ένα στατικό «στυλ», αλλά από την ικανότητα του εκπαιδευτικού να συνδυάζει σαφήνεια, συνέπεια, ενσυναίσθηση και προσαρμοστικότητα. Όταν όμως μια θεωρία αγνοεί αυτή την πολυπλοκότητα και προσφέρει απλοϊκές ετικέτες, τότε δεν είναι επιστημονική - είναι ιδεολογική.
Η αδικία απέναντι στον εκπαιδευτικό
Ο χαρακτηρισμός «χαλαρός» μπορεί να λειτουργήσει ως έμμεση κατηγορία ανικανότητας, ακόμη κι όταν ο εκπαιδευτικός εφαρμόζει πλήρως παιδαγωγικά ορθές πρακτικές. Ένας εκπαιδευτικός που δίνει χώρο στον διάλογο, ενθαρρύνει τη συμμετοχή και αποφεύγει την επιβολή μπορεί να χαρακτηριστεί «χαλαρός», παρόλο που η προσέγγισή του είναι σύγχρονη και αποτελεσματική. Αντίστροφα, ένας εκπαιδευτικός που θέτει αυστηρά όρια μπορεί να χαρακτηριστεί «αυστηρός», ακόμη κι αν η πρακτική του είναι απόλυτα δικαιολογημένη.
Αυτή η αδικία δεν είναι μόνο θεωρητική. Έχει πρακτικές συνέπειες: ο εκπαιδευτικός μπορεί να αισθανθεί υποτιμημένος, να χάσει την αυτοπεποίθησή του ή να δεχθεί πιέσεις από συναδέλφους, γονείς ή διοίκηση. Όταν η ετικέτα γίνεται αποδεκτή χωρίς αμφισβήτηση, τότε ο εκπαιδευτικός βρίσκεται μόνος απέναντι σε μια άστοχη, μη έγκυρη και μη επιστημονική ταξινόμηση.
Tο πλαίσιο των κανονισμών
Οι πολιτικές και οι κανονισμοί του Υπουργείου Παιδείας προβλέπουν ρητά την ανάγκη ασφαλούς σχολικού περιβάλλοντος, την πρόληψη και αντιμετώπιση κάθε μορφής βίας, καθώς και τον σεβασμό της αξιοπρέπειας όλων των μελών της σχολικής κοινότητας. Όταν όμως οι κανόνες αυτοί δεν υποστηρίζονται με σαφήνεια και συνέπεια, ο εκπαιδευτικός συχνά μένει μόνος απέναντι σε συμπεριφορές που δεν μπορεί ούτε να αγνοήσει ούτε πάντα να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά.
Ζητούμε, επομένως, με σεβασμό, να εξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο μπορούν να ενισχυθούν, σε επίπεδο σχολείου και εκπαιδευτικής διοίκησης, οι μηχανισμοί προστασίας της αξιοπρέπειας των εκπαιδευτικών. Ιδιαίτερα θα ήταν χρήσιμο να διευκρινιστεί:
- Ότι ο χαρακτηρισμός «χαλαρός» δεν αποτελεί αντικειμενική αξιολόγηση, αλλά υποκειμενική ετικέτα που μπορεί να αδικήσει·
- Ότι η παιδαγωγική αξία μιας συμπεριφοράς δεν καθορίζεται από το αν εμπίπτει σε μια συγκεκριμένη θεωρία, αλλά από το αν εξυπηρετεί τη μάθηση και τον σεβασμό·
- Ότι κάθε εκπαιδευτικός έχει το δικαίωμα να εφαρμόζει πρακτικές που είναι παιδαγωγικά τεκμηριωμένες, χωρίς να ταμπελοποιείται·
- Ότι η διοίκηση και οι συνάδελφοι οφείλουν να σέβονται την επαγγελματική κρίση του εκπαιδευτικού και να μην υπονομεύουν την αξιοπιστία του με άστοχους χαρακτηρισμούς.
Η ανάγκη για πιο ώριμη συζήτηση
Το σχολείο δε χρειάζεται ετικέτες. Χρειάζεται σεβασμό, όρια, συνέπεια και αναγνώριση της πολυπλοκότητας της παιδαγωγικής πράξης. Η θεωρία της «αξιοσύνης», όπως έχει διαμορφωθεί, αντί να βοηθά στην κατανόηση της σχολικής πραγματικότητας, συχνά την απλοποιεί και την παραποιεί.
Ο εκπαιδευτικός δεν είναι ούτε «αυστηρός» ούτε «χαλαρός». Είναι επαγγελματίας που καλείται κάθε μέρα να ισορροπήσει ανάμεσα στην αυθεντία και τη συμμετοχή, στα όρια και την ελευθερία, στην πειθαρχία και τη δημιουργικότητα. Όταν η κοινωνία, οι γονείς και η διοίκηση αναγνωρίζουν αυτή την πολυπλοκότητα, τότε μπορούν να στηρίξουν πραγματικά τον εκπαιδευτικό - αντί να τον ταμπελοποιούν.