Αν έπρεπε να ξεχωρίσουμε μία δεξιότητα που βρίσκεται στον πυρήνα της διδασκαλίας, αυτή είναι η ικανότητα της εξήγησης (explaining).
Ο καλός εκπαιδευτικός δεν είναι απλώς αυτός που γνωρίζει καλά το αντικείμενό του. Είναι εκείνος που μπορεί να μετατρέψει τη γνώση σε κάτι κατανοητό: να πει το δύσκολο με απλά λόγια χωρίς να το παραποιήσει, να χρησιμοποιήσει ένα παράδειγμα ή μια αναλογία και, όταν ο μαθητής ή η μαθήτρια δεν καταλαβαίνει, να βρει έναν διαφορετικό τρόπο για να εξηγήσει το ίδιο πράγμα.
Οι E. C. (Ted) Wragg και George Brown, στο βιβλίο τους Explaining (Routledge, 1993), είχαν αναδείξει την εξήγηση σε βασική επαγγελματική δεξιότητα της διδασκαλίας. Η αποτελεσματική εξήγηση απαιτεί κατάλληλη γλώσσα, παραδείγματα, αναλογίες, αξιοποίηση των ερωτήσεων και διαφορετικούς τρόπους παρουσίασης του ίδιου θέματος. Με άλλα λόγια, το να γνωρίζεις κάτι δεν σημαίνει αυτομάτως ότι γνωρίζεις και να το διδάσκεις.
Εδώ όμως βρίσκεται και μία από τις μεγαλύτερες δυσκολίες του επαγγέλματος. Ο εκπαιδευτικός περνά μεγάλο μέρος της ημέρας του μέσα σε ερωτήσεις: «Δεν κατάλαβα, μπορείτε να το πείτε ξανά;», «Τι κάνουμε εδώ;», «Σε ποια σελίδα;», «Αυτό θα το γράψουμε;», «Γιατί είναι λάθος;», «Γιατί πήρα αυτόν τον βαθμό;». Και μετά έρχονται οι ερωτήσεις των γονέων: «Πώς πηγαίνει το παιδί μου;», «Γιατί δεν συμμετέχει;», «Τι πρέπει να κάνει για να βελτιωθεί;».
Δεν είναι εύκολο να μετατραπεί αυτός ο καταιγισμός σε έναν ενιαίο αριθμό. Οι μετρήσεις καταγράφουν συνήθως τις σαφείς, ακαδημαϊκού τύπου ερωτήσεις και όχι όλες τις μικρές καθημερινές παρεμβάσεις που διακόπτουν, συμπληρώνουν ή αλλάζουν τη ροή του μαθήματος. Ο πραγματικός επικοινωνιακός φόρτος της τάξης είναι επομένως πολύ μεγαλύτερος από αυτόν που μπορεί να δείξει μια απλή καταμέτρηση.
Υπάρχει όμως ένα άλλο μέγεθος που αποκαλύπτει καλύτερα αυτή την ένταση: οι αποφάσεις που πρέπει να παίρνει διαρκώς ο εκπαιδευτικός. Ήδη από τη δεκαετία του 1960 ο κοινωνιολόγος της εκπαίδευσης Philip W. Jackson είχε εκτιμήσει ότι ένας εκπαιδευτικός μπορεί να φτάνει περίπου τις 1.500 αποφάσεις μέσα σε μία σχολική ημέρα. Πρόκειται για μια παλιά εκτίμηση και όχι για έναν αριθμό που πρέπει να θεωρήσουμε ακριβή για κάθε σημερινή τάξη. Αποτυπώνει όμως εύστοχα ένα βασικό χαρακτηριστικό της διδασκαλίας: δίπλα στις μακροπρόθεσμες και προγραμματισμένες αποφάσεις υπάρχουν εκατοντάδες αποφάσεις που λαμβάνονται εκείνη τη στιγμή, συνειδητά ή σχεδόν αυτόματα, μέσα στην αλληλεπίδραση με τους μαθητές.
Και τα νεότερα δεδομένα δείχνουν ότι αυτή η παρατήρηση παραμένει επίκαιρη. Στο ερευνητικό πρόγραμμα Teachers and Time Poverty, σε 138 εκπαιδευτικούς και 280 καταγραφές διάρκειας 30 λεπτών, η συχνότερη αυτοαναφορά ήταν 11–20 αποφάσεις μέσα σε μόλις μισή ώρα, ενώ ο μέσος όρος βρισκόταν στην κατηγορία των 21–30 αποφάσεων.
Αυτό ίσως εξηγεί καλύτερα την αθέατη κόπωση της διδασκαλίας. Ο εκπαιδευτικός δεν «παραδίδει» απλώς ένα μάθημα. Ρωτά, ακούει, εξηγεί, δέχεται μια νέα ερώτηση, αξιολογεί αν έγινε κατανοητό αυτό που είπε, επαναδιατυπώνει, παρατηρεί τι συμβαίνει στην τάξη και αποφασίζει πώς θα συνεχίσει.
Δεν είναι μία δύσκολη ερώτηση που κουράζει. Είναι η συνεχής εναλλαγή εξήγησης, ερώτησης, απάντησης, παρατήρησης και απόφασης.