Υπάρχει ένα ερώτημα που μπορεί να ειπωθεί μέσα σε λίγες λέξεις, αλλά να αποκαλύψει μια πολύ μεγαλύτερη κρίση: «Γιατί να διαβάσω, δάσκαλε;». Δεν αφορά μόνο το αν ένας μαθητής θα ανοίξει το βιβλίο του το απόγευμα. Αγγίζει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται το σχολείο, τη γνώση και τις προοπτικές που μπορεί να του προσφέρει η εκπαίδευση.
Η εικόνα της σχολικής διαρροής έχει αλλάξει αισθητά τα τελευταία χρόνια. Τα ποσοστά των μαθητών που εγκαταλείπουν τη φοίτηση πριν ολοκληρώσουν τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση έχουν περιοριστεί σημαντικά και, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, δεν ξεπερνούν πλέον κατά μέσο όρο το 3%. Ωστόσο, η μείωση της πρόωρης εγκατάλειψης δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όλοι οι μαθητές παραμένουν ουσιαστικά συνδεδεμένοι με τη μαθησιακή διαδικασία.
Ιδιαίτερα σε περιοχές όπως τα Δωδεκάνησα και η Ροδόπη, όπου καταγράφονται υψηλότερα ποσοστά σχολικής διαρροής, αλλά και σε μεγάλα αστικά κέντρα, το κοινωνικό και οικονομικό υπόβαθρο εξακολουθεί να επηρεάζει σημαντικά την εκπαιδευτική πορεία των παιδιών. Μαθητές που μεγαλώνουν σε συνθήκες ανεργίας, φτώχειας, κοινωνικού αποκλεισμού ή οικογενειακής επισφάλειας είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στον κίνδυνο να απομακρυνθούν από το σχολείο, είτε τυπικά είτε σταδιακά, μέσα από την ίδια τη μαθησιακή διαδικασία.
Και αυτή η δεύτερη μορφή απομάκρυνσης είναι ίσως η πιο δύσκολη να εντοπιστεί.
Ένας μαθητής μπορεί να βρίσκεται καθημερινά στο θρανίο του, να παρακολουθεί το μάθημα και να περνά από τη μία τάξη στην άλλη, χωρίς ωστόσο να αισθάνεται πραγματικά ότι η γνώση αφορά τη ζωή και το μέλλον του. Η αποστασιοποίηση μπορεί να μην αποτυπώνεται σε μια απουσία από το σχολείο, αλλά στην απώλεια του κινήτρου να προσπαθήσει.
Τα τελευταία χρόνια, οι οικονομικές πιέσεις, η ανεργία, η κοινωνική ανασφάλεια και η αίσθηση περιορισμένων δυνατοτήτων κοινωνικής και επαγγελματικής εξέλιξης φαίνεται να επηρεάζουν και την ίδια την εκπαιδευτική διαδικασία. Όταν το σχολείο δεν γίνεται αντιληπτό ως ένα μέσο που μπορεί να ανοίξει δρόμους, τότε η γνώση κινδυνεύει να αντιμετωπιστεί ως μια υποχρέωση χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, εκπαιδευτικοί περιγράφουν όλο και συχνότερα μια τάξη με έντονες αντιθέσεις. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι μαθητές που συνεχίζουν να επενδύουν συστηματικά στις επιδόσεις τους, προσπαθώντας να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του σχολείου και των εξετάσεων. Από την άλλη, μεγαλώνει μια ομάδα παιδιών που δείχνει να έχει αποσυρθεί από κάθε προσπάθεια, όχι απαραίτητα επειδή δεν μπορεί, αλλά επειδή δεν βλέπει πλέον γιατί αξίζει να προσπαθήσει.
Έτσι διαμορφώνεται ένα βαθύ χάσμα μέσα στην ίδια σχολική αίθουσα.
Υπάρχουν μαθητές που κυνηγούν διαρκώς υψηλότερες επιδόσεις και μαθητές που έχουν ήδη συμβιβαστεί με την ιδέα ότι το σχολείο δεν είναι φτιαγμένο για εκείνους. Ανάμεσα στις δύο αυτές πραγματικότητες, ο εκπαιδευτικός καλείται να λειτουργήσει όχι μόνο ως δάσκαλος της γνώσης, αλλά και ως άνθρωπος που πρέπει να ξαναχτίσει το κίνητρο, την εμπιστοσύνη και την προσδοκία.
Το ζήτημα δεν εξαντλείται στην επίδοση. Πίσω από έναν μαθητή που αδιαφορεί μπορεί να υπάρχει η αίσθηση ότι το κοινωνικό περιβάλλον γύρω του δεν του επιτρέπει να ονειρευτεί. Όταν ένα παιδί μεγαλώνει βλέποντας την οικονομική δυσκολία, την εργασιακή ανασφάλεια ή την κοινωνική ανισότητα να καθορίζουν τις ζωές των ενηλίκων γύρω του, η ιδέα ότι «η εκπαίδευση θα αλλάξει τα πράγματα» δεν είναι πάντοτε αυτονόητη.
Και τότε το σχολείο βρίσκεται αντιμέτωπο με μια δύσκολη πραγματικότητα: πώς πείθεις έναν μαθητή να επενδύσει σήμερα σε κάτι που ο ίδιος δεν πιστεύει ότι θα του επιστρέψει αύριο;
Η εκπαιδευτική διαδικασία επηρεάζεται παράλληλα από έναν ολοένα πιο έντονο προσανατολισμό στην εξεταστική επίδοση, την ενίσχυση της παραπαιδείας και τη μετατόπιση του ενδιαφέροντος από τη βαθύτερη κατανόηση προς το μετρήσιμο αποτέλεσμα. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η γνώση μπορεί εύκολα να μετατραπεί από εργαλείο σκέψης και αυτονομίας σε έναν ακόμη αριθμό σε έναν βαθμολογικό πίνακα.
Την ίδια στιγμή, οι μαθητές που βρίσκονται στις τελευταίες θέσεις της σχολικής επίδοσης κινδυνεύουν να παγιδευτούν σε έναν φαύλο κύκλο. Όσο μειώνεται η προσπάθεια, μειώνεται και η επίδοση. Και όσο μειώνεται η επίδοση, τόσο ενισχύεται η πεποίθηση ότι «δεν έχει νόημα να προσπαθήσω». Έτσι, η απομάκρυνση από τη μάθηση γίνεται σταδιακά αυτοτροφοδοτούμενη.
Το αποτέλεσμα είναι μια σχολική πραγματικότητα στην οποία η ανισότητα δεν αποτυπώνεται μόνο στους βαθμούς. Αποτυπώνεται στις προσδοκίες. Κάποια παιδιά μεγαλώνουν θεωρώντας αυτονόητο ότι θα συνεχίσουν σε ανώτερες σπουδές και θα διεκδικήσουν περισσότερες επιλογές. Άλλα μαθαίνουν πολύ νωρίς να περιορίζουν τις φιλοδοξίες τους, θεωρώντας ότι το μέλλον τους έχει ήδη προδιαγραφεί.
Εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη διάσταση του προβλήματος. Η σχολική αποτυχία δεν είναι πάντοτε αποτέλεσμα έλλειψης ικανότητας. Μπορεί να είναι αποτέλεσμα έλλειψης προσδοκίας.
Το σχολείο, επομένως, καλείται να αντιμετωπίσει όχι μόνο τη σχολική διαρροή, αλλά και μια πιο αθέατη μορφή αποσύνδεσης: μαθητές που είναι παρόντες στην τάξη, αλλά αισθάνονται ήδη απομακρυσμένοι από τη γνώση. Παιδιά που δεν εγκαταλείπουν το σχολείο, αλλά εγκαταλείπουν σταδιακά την ιδέα ότι το σχολείο μπορεί να αλλάξει τη ζωή τους.
Και κάπου εκεί επιστρέφει το αρχικό ερώτημα, ίσως πιο δύσκολο από ποτέ:
«Γιατί να διαβάσω, δάσκαλε;»
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς ένας ακόμη βαθμός, μια ακόμη εξέταση ή μια ακόμη υπόσχεση επιτυχίας. Για να ξαναβρεί η γνώση τη θέση της μέσα στην τάξη, χρειάζεται ο μαθητής να αισθανθεί ότι αυτή η γνώση έχει νόημα για τον ίδιο, ότι μπορεί να του ανοίξει δρόμους και ότι το σχολείο δεν είναι απλώς ένας μηχανισμός αξιολόγησης, αλλά ένας χώρος όπου μπορεί να χτίσει πραγματικές δυνατότητες για το μέλλον.
Γιατί πίσω από κάθε παιδί που λέει «δεν με νοιάζει» μπορεί να κρύβεται ένα πολύ διαφορετικό μήνυμα:
«Δεν πιστεύω ότι αυτό μπορεί να αλλάξει τη ζωή μου».
Και αυτό είναι ίσως το πραγματικό χάσμα που πρέπει να γεφυρωθεί μέσα στις σχολικές τάξεις.