Υπάρχουν λέξεις που δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται ελαφρά τη καρδία. Μία από αυτές είναι η λέξη «ρατσιστής». Και όταν η λέξη αυτή συνοδεύεται από τη λέξη «δάσκαλος», η ευθύνη γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.
Αν ένας εκπαιδευτικός εκφράσει ρατσιστικές απόψεις, προσβάλει έναν μαθητή λόγω καταγωγής, χρώματος, θρησκείας ή οποιουδήποτε άλλου χαρακτηριστικού ή επιδείξει διακριτική συμπεριφορά, το γεγονός οφείλει να εξεταστεί σοβαρά. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποβαθμίζεται ή να δικαιολογείται μια τέτοια συμπεριφορά επειδή ο άνθρωπος είναι εκπαιδευτικός.
Από αυτό, όμως, μέχρι το «οι δάσκαλοι είναι ρατσιστές» υπάρχει μια μεγάλη απόσταση.
Ο δάσκαλος δεν είναι η συμπεριφορά ενός δασκάλου
Ο εκπαιδευτικός έχει αυξημένη ευθύνη. Βρίσκεται καθημερινά απέναντι σε παιδιά και διαμορφώνει, μαζί με την οικογένεια και την κοινωνία, αντιλήψεις και στάσεις.
Ακριβώς γι' αυτό, όταν υπάρχει μια σοβαρή καταγγελία, χρειάζεται διερεύνηση και όχι αφορισμός.
Να εξεταστεί τι ειπώθηκε.
Να εξεταστεί τι συνέβη.
Να ακουστούν όλες οι πλευρές.
Να διαπιστωθεί αν υπάρχει επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά ή ένα μεμονωμένο περιστατικό.
Και, όπου αποδεικνύεται παράβαση, να υπάρξουν οι προβλεπόμενες συνέπειες.
Ο μαθητής δεν είναι η συμπεριφορά ενός μαθητή
Και ας πάμε ένα βήμα παρακάτω.
Ο μαθητής δεν είναι η συμπεριφορά ενός μαθητή.
Ένα παιδί που φωνάζει δεν είναι «το φωνακλάδικο παιδί».
Ένα παιδί που παραβιάζει έναν κανόνα δεν είναι «το προβληματικό παιδί».
Ένα παιδί που αντιδρά άσχημα σε μια δεδομένη στιγμή δεν είναι «κακό παιδί».
Όπως ακριβώς ένας εκπαιδευτικός δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται από ένα περιστατικό, έτσι και ένας μαθητής δεν μπορεί να εγκλωβίζεται σε μια συμπεριφορά.
Η παιδαγωγική ξεκινά ακριβώς από αυτή τη διάκριση: άλλο ο άνθρωπος και άλλο η πράξη του.
Η συμπεριφορά μπορεί να είναι απαράδεκτη και να χρειάζεται όρια. Το παιδί, όμως, δεν χρειάζεται μια ταμπέλα που θα το ακολουθεί.
Γιατί όταν λέμε «είναι προβληματικός», «είναι επιθετικός», «είναι αδιάφορος», «είναι κακός μαθητής», παύουμε να περιγράφουμε μια συμπεριφορά και αρχίζουμε να ορίζουμε έναν άνθρωπο.
Και αυτό είναι παιδαγωγικά επικίνδυνο.
Το ίδιο ακριβώς λάθος γίνεται όταν από μια καταγγελία περνάμε κατευθείαν στον χαρακτηρισμό «ρατσιστής εκπαιδευτικός».
Ούτε ο μαθητής είναι η χειρότερη συμπεριφορά του ούτε ο εκπαιδευτικός είναι το χειρότερο περιστατικό που του αποδίδεται.
Το σχολείο οφείλει να βάζει όρια στις πράξεις χωρίς να στιγματίζει τους ανθρώπους.
Να διορθώνει χωρίς να εξευτελίζει.
Να ελέγχει χωρίς να προδικάζει.
Να καταγγέλλει τον ρατσισμό χωρίς να παράγει νέες γενικεύσεις.
Γιατί τελικά αυτή είναι και η ουσία της παιδείας:
να μαθαίνουμε στους ανθρώπους ότι μπορούν να κάνουν ένα λάθος χωρίς να μετατρέπονται οι ίδιοι στο λάθος τους.
Το σχολείο δεν μπορεί να διδάσκει στερεότυπα με το παράδειγμά του
Το πιο οξύμωρο είναι ότι το σχολείο καλείται να μάθει στα παιδιά να μην κρίνουν τον άλλον από την ομάδα στην οποία ανήκει.
Κι όμως, εμείς συχνά κάνουμε ακριβώς αυτό.
«Οι εκπαιδευτικοί είναι…»
«Οι μαθητές είναι…»
«Οι γονείς είναι…»
«Οι μετανάστες είναι…»
«Οι Έλληνες είναι…»
Κάθε τέτοια πρόταση χρειάζεται ένα μεγάλο ερωτηματικό.
Γιατί ο άνθρωπος προηγείται της κατηγορίας στην οποία τον εντάσσουμε.
Και η πράξη προηγείται της ταμπέλας που του κολλάμε.
Να καταδικάσουμε τον ρατσισμό, όταν υπάρχει. Να προστατεύσουμε τον μαθητή, όταν αδικείται. Να ελέγξουμε τον εκπαιδευτικό, όταν παραβιάζει τον ρόλο του.
Αλλά να μην κάνουμε το λάθος να μετατρέψουμε ένα περιστατικό σε συλλογική καταδίκη.
Η εκπαίδευση χρειάζεται αντιρατσιστική στάση, όχι αντιεκπαιδευτική στοχοποίηση
Το σχολείο πρέπει να είναι χώρος ισότητας.
Ο ρατσισμός δεν έχει θέση στην τάξη. Ούτε οι διακρίσεις, ούτε οι ταπεινώσεις, ούτε η αντιμετώπιση ενός παιδιού ως «λιγότερου» επειδή προέρχεται από διαφορετικό περιβάλλον.
Αλλά η μάχη απέναντι στον ρατσισμό δεν μπορεί να βασίζεται σε μια άλλη μορφή συλλογικής ενοχοποίησης.
Δεν καταπολεμάς το στερεότυπο δημιουργώντας ένα καινούργιο στερεότυπο.
Δεν υπερασπίζεσαι τη διαφορετικότητα χαρακτηρίζοντας συλλήβδην μια επαγγελματική ομάδα.
Και δεν υπηρετείς την παιδαγωγική όταν η δημόσια συζήτηση αντικαθιστά τα πραγματικά στοιχεία με εύκολες ταμπέλες.
Υπάρχουν εκπαιδευτικοί που μπορεί να κάνουν λάθη. Υπάρχουν εκπαιδευτικοί που μπορεί να ξεπερνούν τα όρια. Υπάρχουν επίσης εκπαιδευτικοί που καθημερινά υπερασπίζονται μαθητές απέναντι στη βία, στις διακρίσεις και στον ρατσισμό. Η Alfavita.gr έχει καταγράψει χαρακτηριστικές περιπτώσεις εκπαιδευτικών που παρεμβαίνουν απέναντι στη βία ή στον ρατσιστικό λόγο.
Η κριτική χρειάζεται στοιχεία
Το ζητούμενο δεν είναι να προστατεύσουμε κανέναν από την κριτική.
Το αντίθετο.
Ο εκπαιδευτικός, όπως κάθε επαγγελματίας που ασκεί δημόσιο λειτούργημα, πρέπει να ελέγχεται για τις πράξεις του. Όταν υπάρχει καταγγελία, πρέπει να διερευνάται. Όταν υπάρχει απόδειξη, πρέπει να αξιολογείται. Όταν υπάρχει ευθύνη, πρέπει να αποδίδεται.
Αυτό όμως προϋποθέτει κάτι θεμελιώδες: να ξεχωρίζουμε το γεγονός από την εντύπωση και το συγκεκριμένο περιστατικό από τη γενίκευση.
Ούτε η ιδιότητα του εκπαιδευτικού αποτελεί τεκμήριο αθωότητας ούτε αποτελεί τεκμήριο ενοχής.
Το ίδιο ισχύει και για οποιαδήποτε κοινωνική ή επαγγελματική ομάδα.
Να κρίνουμε πράξεις, όχι ταμπέλες
Στην εποχή των κοινωνικών δικτύων, μια φράση μπορεί να γίνει τίτλος, μια καταγγελία μπορεί να γίνει «ετυμηγορία» και μια εξαίρεση μπορεί να παρουσιαστεί ως κανόνας.
Η εκπαίδευση, όμως, απαιτεί κάτι διαφορετικό: ψυχραιμία, τεκμηρίωση και κριτική σκέψη.
Αν ένας δάσκαλος είναι ρατσιστής, αυτό πρέπει να αποδειχθεί από τη συμπεριφορά και τις πράξεις του.
Αν ένας δάσκαλος δεν είναι, δεν μπορεί να καταδικαστεί επειδή κάποιος άλλος εκπαιδευτικός συμπεριφέρθηκε ρατσιστικά.
Η καταπολέμηση του ρατσισμού είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να μετατρέπεται σε πεδίο βιαστικών γενικεύσεων.
Γιατί τελικά, αν θέλουμε ένα σχολείο που να μαθαίνει στα παιδιά να μην κρίνουν τους ανθρώπους από την ομάδα στην οποία ανήκουν, θα πρέπει πρώτοι εμείς να εφαρμόζουμε αυτή την αρχή.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται η μεγάλη αντίφαση.
Μιλάμε διαρκώς στα παιδιά για στερεότυπα και προκαταλήψεις.
Τους εξηγούμε ότι δεν πρέπει να κρίνουν έναν άνθρωπο επειδή ανήκει σε μια ομάδα.
Ότι δεν είναι όλοι ίδιοι.
Ότι η συμπεριφορά ενός ατόμου δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως απόδειξη για εκατοντάδες ή χιλιάδες άλλους.
Και μετά, ως κοινωνία, κάνουμε ακριβώς αυτό.
Ένας εκπαιδευτικός κατηγορείται για μια συμπεριφορά και η συζήτηση μεταφέρεται στους «δασκάλους».
Ένας εκπαιδευτικός κάνει κάτι απαράδεκτο και κάποιοι σπεύδουν να μιλήσουν για «το σχολείο».
Ένα περιστατικό γίνεται αφορμή για να απαξιωθεί ένας ολόκληρος κλάδος.
Δεν είναι αυτό μια μορφή γενίκευσης;
Και αν διδάσκουμε ότι οι γενικεύσεις είναι εργαλείο των στερεοτύπων, γιατί τις ανεχόμαστε όταν στρέφονται εναντίον μιας επαγγελματικής ομάδας;
Ούτε ασυλία ούτε ανθρωποφαγία
Υπάρχουν δύο εξίσου λανθασμένες αντιδράσεις.
Η πρώτη είναι να πούμε: «Είναι δάσκαλος, άρα αποκλείεται να έκανε κάτι τέτοιο».
Η δεύτερη είναι: «Τον κατήγγειλαν, άρα είναι ρατσιστής».
Καμία από τις δύο δεν αποτελεί σοβαρή αντιμετώπιση.
Ο εκπαιδευτικός δεν χρειάζεται ασυλία.
Χρειάζεται όμως και δίκαιη διαδικασία.
Αν υπάρχει ευθύνη, να αποδοθεί.
Αν υπάρχει παράβαση, να αντιμετωπιστεί.
Αν υπάρχει αδικία σε βάρος μαθητή, να αποκατασταθεί.
Αλλά αν δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία, δεν μπορεί η δημόσια συζήτηση να μετατρέπεται σε υποκατάστατο της διερεύνησης.
Γιατί τότε δεν προστατεύουμε ούτε τον μαθητή ούτε την αλήθεια.