Ένα νέο σχολικό βιβλίο δεν είναι ποτέ απλώς ένα ακόμη διδακτικό εγχειρίδιο, ιδιαίτερα όταν αφορά ένα μάθημα όπως η Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή, όπου οι μαθητές καλούνται να συζητήσουν έννοιες όπως η οικογένεια, οι κοινωνικοί ρόλοι, η ισότητα, η βία, η πολιτειότητα και η θέση του ατόμου μέσα στη σύγχρονη κοινωνία.
Γι’ αυτό και η συζήτηση που έχει ανοίξει γύρω από το νέο βιβλίο της Γ΄ Γυμνασίου αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Οι Αριστείδης Χατζής και Εμελίνα Χατζάκου, σε κείμενό τους στην Καθημερινή με τίτλο «Ένα παρωχημένο καλούπι για τη νέα γενιά», ασκούν συνολική κριτική στη φιλοσοφία του εγχειριδίου, υποστηρίζοντας ότι σε μια σειρά από ενότητες το βιβλίο δεν βοηθά τους μαθητές να εξετάσουν κριτικά την κοινωνία, αλλά αντίθετα παρουσιάζει ως αυτονόητες ορισμένες αντιλήψεις οι οποίες έχουν ήδη ξεπεραστεί κοινωνικά, νομικά και επιστημονικά.
Ο ορισμός του γάμου που άνοιξε τη συζήτηση
Ένα από τα σημεία που έχουν προκαλέσει τις περισσότερες αντιδράσεις αφορά τον τρόπο με τον οποίο ορίζεται ο γάμος.
Το βιβλίο τον περιγράφει ως μόνιμη και νόμιμη ένωση δύο ανθρώπων διαφορετικού φύλου, η οποία έχει ως σκοπό τη δημιουργία οικογένειας και τη γέννηση παιδιών.
Οι Αριστείδης Χατζής και Εμελίνα Χατζάκου θεωρούν τη διατύπωση αυτή παρωχημένη, καθώς αφήνει έξω όχι μόνο ομόφυλα ζευγάρια, αλλά ακόμη και ετερόφυλα ζευγάρια που δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά.
Το ουσιαστικό πρόβλημα, σύμφωνα με την κριτική τους, δεν βρίσκεται μόνο σε μια φράση αλλά στον τρόπο με τον οποίο το βιβλίο αντιμετωπίζει συνολικά την οικογένεια, παρουσιάζοντάς την πρωτίστως ως μηχανισμό βιολογικής και κοινωνικής αναπαραγωγής και αντιμετωπίζοντας άλλες μορφές συμβίωσης ως εξαιρέσεις από ένα βασικό πρότυπο.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί και η χρήση του όρου «οικογένεια διπλής σταδιοδρομίας» για τις οικογένειες στις οποίες εργάζονται και οι δύο γονείς.
Όπως επισημαίνουν οι δύο συγγραφείς, η ανάγκη ειδικού χαρακτηρισμού αποκαλύπτει από μόνη της μια συγκεκριμένη αντίληψη: ότι η εργασία του πατέρα θεωρείται αυτονόητη, ενώ εκείνη της μητέρας εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται περίπου ως μια ιδιαίτερη συνθήκη που χρειάζεται ξεχωριστό όνομα.
Όταν το βιβλίο μιλά για την έμφυλη βία
Ακόμη μεγαλύτερη συζήτηση έχει προκαλέσει η ενότητα που αφορά τη βία κατά των γυναικών.
Στο εγχειρίδιο, τα κορίτσια συμβουλεύονται να λαμβάνουν υπόψη τη μεγαλύτερη σωματική δύναμη των ανδρών, να αποφεύγουν επικίνδυνες καταστάσεις και να απομακρύνονται από άνδρες που εμφανίζουν συγκεκριμένα αρνητικά χαρακτηριστικά.
Για τους Αριστειδη Χατζή και Εμελίνα Χατζάκου, αυτή η προσέγγιση μεταφέρει το κέντρο βάρους από την ευθύνη του δράστη στη συμπεριφορά του πιθανού θύματος.
Αντί, δηλαδή, να εξηγείται η έμφυλη βία ως φαινόμενο που συνδέεται με σχέσεις εξουσίας, κοινωνικές ανισότητες, έλεγχο, εξάρτηση και κανονικοποιημένες μορφές επιθετικότητας, η συζήτηση μετατρέπεται σε μια σειρά συμβουλών προς τις γυναίκες ώστε να επιλέγουν σωστά, να αναγνωρίζουν εγκαίρως έναν επικίνδυνο άνδρα και να προστατεύονται.
Και εκεί βρίσκεται ένα κρίσιμο παιδαγωγικό ερώτημα.
Όταν το σχολείο διδάσκει για τη βία, πρέπει να μαθαίνει στα κορίτσια πώς να αποφεύγουν τον βίαιο άνδρα ή πρέπει πρωτίστως να βοηθά όλα τα παιδιά να κατανοήσουν γιατί γεννιέται η βία, ποιος ευθύνεται γι’ αυτήν και πώς μια κοινωνία μπορεί να την αποτρέψει;
Η «κοινή λογική» δεν αρκεί στην κοινωνική επιστήμη
Ο συγγραφέας του σχολικού βιβλίου, απαντώντας στις επικρίσεις, φέρεται να υποστήριξε ότι αρκετές από τις διατυπώσεις του στηρίζονται στην «κοινή λογική».
Για τους Αριστείδη Χατζή και Εμελίνα Χατζάκου όμως, ακριβώς εκεί εντοπίζεται ένα βαθύτερο πρόβλημα.
Η κοινωνική επιστήμη υπάρχει, μεταξύ άλλων, για να εξετάζει κριτικά όσα μια κοινωνία θεωρεί αυτονόητα.
Η «κοινή λογική» κάθε εποχής δεν είναι ουδέτερη. Περιλαμβάνει κοινωνικές παραδοχές, στερεότυπα, παραδόσεις, σχέσεις ισχύος και αντιλήψεις που μπορεί κάποτε να θεωρούνταν φυσικές αλλά αργότερα να αμφισβητήθηκαν ριζικά.
Αν ένα μάθημα Κοινωνικής και Πολιτικής Αγωγής περιοριστεί στην αναπαραγωγή της κοινής λογικής, τότε κινδυνεύει να χάσει ακριβώς τον λόγο ύπαρξής του.
Κριτική σκέψη στη θεωρία, «σωστές απαντήσεις» στην πράξη
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και μια άλλη αντίφαση που επισημαίνεται στο κείμενο των δύο πανεπιστημιακών.
Στην εισαγωγή του βιβλίου διακηρύσσεται ότι στόχος του μαθήματος είναι η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης, η διατύπωση ερωτημάτων και η αποφυγή έτοιμων λύσεων.
Ωστόσο, κατά την κριτική των Αριστείδη Χατζή και Εμελίνας Χατζάκου, σε πολλά σημεία το ίδιο το βιβλίο γίνεται έντονα κανονιστικό, καθώς περιγράφει ποια συμπεριφορά θεωρείται επιθυμητή, ποιο οικογενειακό μοντέλο εμφανίζεται ως φυσιολογικό και πώς πρέπει το άτομο να προσαρμοστεί στους κοινωνικούς κανόνες.
Η κοινωνικοποίηση παρουσιάζεται έτσι περισσότερο ως διαδικασία ομαλής ένταξης και προσαρμογής παρά ως αφετηρία για να αναρωτηθεί ο μαθητής ποιοι δημιουργούν τους κανόνες, γιατί υπάρχουν, ποιους εξυπηρετούν και πότε πρέπει να αλλάζουν.
Το ζήτημα δεν είναι αμελητέο.
Γιατί άλλο είναι να εκπαιδεύεις έναν μαθητή ώστε να γνωρίζει τους κανόνες μιας κοινωνίας και άλλο να τον εκπαιδεύεις ώστε να μπορεί και να τους αμφισβητεί όταν θεωρεί ότι είναι άδικοι.
Ο «καλός πολίτης» και το βάρος της ατομικής ευθύνης
Σύμφωνα με τους δύο συγγραφείς του κριτικού κειμένου, μέσα από αρκετές ενότητες του βιβλίου αναδύεται τελικά ένα συγκεκριμένο πρότυπο πολίτη: πειθαρχημένου, προσαρμοσμένου, οικογενειάρχη, προσανατολισμένου στην προσωπική βελτίωση και στην ατομική επιτυχία.
Η λογική αυτή συμπυκνώνεται, όπως υποστηρίζουν, σε φράσεις του τύπου «αν το θέλω, το μπορώ», οι οποίες μπορεί να ακούγονται θετικές και ενθαρρυντικές, αποκτούν όμως διαφορετικό περιεχόμενο όταν χρησιμοποιούνται για να εξηγήσουν σύνθετα κοινωνικά φαινόμενα.
Γιατί η φτώχεια, ο κοινωνικός αποκλεισμός, η σχολική αποτυχία ή η βία δεν μπορούν πάντοτε να εξηγηθούν ως αποτέλεσμα κακών προσωπικών επιλογών, ανεπαρκούς προσπάθειας ή αδύναμου χαρακτήρα.
Υπάρχουν κοινωνικές ανισότητες, οικονομικά εμπόδια, οικογενειακές συνθήκες, θεσμικές δυσλειτουργίες και σχέσεις εξουσίας που κανένα «αν το θέλεις, μπορείς» δεν μπορεί να εξαφανίσει.
Και ένα μάθημα κοινωνικών επιστημών οφείλει ακριβώς να βοηθά τον μαθητή να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στην ατομική ευθύνη και στις κοινωνικές συνθήκες.
Ένα σχολικό βιβλίο δεν είναι απλώς ένα βιβλίο
Το νέο εγχειρίδιο φέρει τη θεσμική έγκριση του υπουργείου Παιδείας και του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής και παρουσιάζεται στους μαθητές ως έγκυρο εκπαιδευτικό υλικό.
Αυτό ακριβώς μεγαλώνει και την ευθύνη.
Γιατί ένας δεκαπεντάχρονος δεν διαβάζει το σχολικό βιβλίο όπως θα διάβαζε ένα άρθρο γνώμης ή ένα δοκίμιο που μπορεί ελεύθερα να αποδεχτεί ή να απορρίψει.
Το σχολικό εγχειρίδιο συνοδεύεται από το κύρος του θεσμού, μπαίνει στην τάξη, διδάσκεται, εξετάζεται και εύκολα αποκτά στα μάτια του μαθητή τον χαρακτήρα της «σωστής» γνώσης.
Γι’ αυτό κάθε κανονιστική διατύπωση χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη προσοχή.
Το παράδειγμα άλλων χωρών
Οι Αριστείδης Χατζής και Εμελίνα Χατζάκου παραπέμπουν και στην περίπτωση της Ολλανδίας, όπου η ανανέωση του αντίστοιχου μαθήματος κοινωνικής και πολιτικής εκπαίδευσης δεν περιορίστηκε στην ανάθεση ενός νέου εγχειριδίου.
Προηγήθηκε οργανωμένη επανεξέταση του ίδιου του γνωστικού αντικειμένου, με επιτροπή που επεξεργάστηκε εναλλακτικές προτάσεις προγράμματος σπουδών και τις συνόδευσε με ειδικά κείμενα στα οποία εξηγούνταν οι επιστημονικές και παιδαγωγικές επιλογές.
Και αυτή ίσως είναι μια συζήτηση που αξίζει να γίνει και στην Ελλάδα.
Πριν γραφτεί ένα βιβλίο Κοινωνικής και Πολιτικής Αγωγής, πρέπει να είναι απολύτως σαφές τι είδους μάθημα θέλουμε να διδάσκουμε.
Ένα μάθημα που παραδίδει στα παιδιά έτοιμους ορισμούς;
Ή ένα μάθημα που τους μαθαίνει να εξετάζουν τους ορισμούς;
Να μη διδάσκουμε στα παιδιά ποια είναι η «σωστή» οικογένεια
Η ουσία της κριτικής των δύο συγγραφέων βρίσκεται ίσως ακριβώς εδώ.
Το μάθημα της Κοινωνικής και Πολιτικής Αγωγής δεν χρειάζεται να πει στους δεκαπεντάχρονους ποια είναι η σωστή οικογένεια, ποιος είναι ο σωστός άνδρας, ποια είναι η σωστή γυναίκα ή ακόμη και ποιος είναι ο σωστός πολίτης.
Ακόμη και αν οι απαντήσεις αυτές χαρακτηρίζονται προοδευτικές, παραμένουν έτοιμες απαντήσεις.
Αυτό που χρειάζεται να δώσει το σχολείο είναι έννοιες, γνώσεις, επιχειρήματα και εργαλεία ώστε τα ίδια τα παιδιά να μπορούν να εξετάσουν πώς δημιουργήθηκαν οι κοινωνικοί ρόλοι, πώς άλλαξαν ιστορικά, ποιοι έχουν συμφέρον να διατηρούνται και γιατί μια δημοκρατική κοινωνία πρέπει να μπορεί να τους επανεξετάζει.
Γιατί η κριτική σκέψη δεν διδάσκεται με την αντικατάσταση ενός παλιού «σωστού» μοντέλου από ένα καινούργιο.
Διδάσκεται όταν ο μαθητής μαθαίνει να ρωτά «γιατί;».
Να ζητά αποδείξεις.
Να αμφισβητεί.
Να συγκρίνει.
Να καταλαβαίνει ότι πολλές από τις κοινωνικές πραγματικότητες που σήμερα θεωρούμε φυσικές έχουν αλλάξει πολλές φορές μέσα στην Ιστορία και πιθανότατα θα συνεχίσουν να αλλάζουν.
Το σχολείο δεν χρειάζεται υπάκουους πολίτες, χρειάζεται πολίτες που σκέφτονται
Η συζήτηση γύρω από το νέο βιβλίο δεν αφορά τελικά μόνο μία αμφιλεγόμενη φράση για τον γάμο ή μερικές προβληματικές συμβουλές για τη βία.
Αφορά κάτι πολύ μεγαλύτερο.
Τι πολίτη θέλει να διαμορφώσει το σχολείο;
Έναν νέο άνθρωπο που γνωρίζει ποια είναι η «σωστή» απάντηση και την αναπαράγει;
Ή έναν πολίτη που διαθέτει αρκετές γνώσεις και αρκετή αυτοπεποίθηση ώστε να αμφισβητεί ακόμη και αυτά που γράφει το ίδιο το σχολικό του βιβλίο;
Οι Αριστείδης Χατζής και Εμελίνα Χατζάκου θέτουν ουσιαστικά αυτό το ερώτημα μέσα από την κριτική τους.
Και ίσως αυτό ακριβώς θα έπρεπε να αποτελεί την αφετηρία κάθε νέου βιβλίου Κοινωνικής και Πολιτικής Αγωγής.
Γιατί ένα δημοκρατικό σχολείο δεν χρειάζεται παιδιά που μαθαίνουν απ’ έξω τις «σωστές απόψεις».
Χρειάζεται νέους ανθρώπους που μπορούν να καταλάβουν τον κόσμο στον οποίο ζουν, να εντοπίσουν τις αντιφάσεις του και, όταν χρειάζεται, να φανταστούν έναν διαφορετικό.
Το καλύτερο σχολικό βιβλίο, άλλωστε, δεν είναι εκείνο που δίνει στον μαθητή όλες τις απαντήσεις. Είναι εκείνο που τον κάνει να αρχίσει να θέτει καλύτερες ερωτήσεις.