Υπουργείο Παιδείας: Οι επίσημες οδηγίες για Γυμνάσια και Λύκεια το σχολικό έτος 2026-2027

Εκπαίδευση 0

Εκπαιδευτικοί στην Ελλάδα: Χαμηλοί μισθοί, εξουθένωση και απαξίωση

Εκπαιδευτικοί
Google Logo Μάθε πρώτος όλες τις σημαντικές ειδήσεις. Βάλε το alfavita.gr στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google
Την «ακτινογραφία» του εκπαιδευτικού επαγγέλματος αποκαλύπτει η έρευνα του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ: Η Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις του ΟΟΣΑ στις αποδοχές και έως και ένας στους τρεις εκπαιδευτικούς αναπληρωτής

Μια ιδιαίτερα αποκαλυπτική εικόνα για τη θέση του εκπαιδευτικού στη σύγχρονη Ελλάδα αποτυπώνει η νέα έρευνα του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ, η οποία συγκεντρώνει και επεξεργάζεται στοιχεία από την ΕΛΣΤΑΤ, τη Eurostat, τον ΟΟΣΑ, το Υπουργείο Παιδείας, αλλά και έρευνες για τις συνθήκες εργασίας και την επαγγελματική εξουθένωση.

Η μελέτη, με τίτλο «Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού στη σύγχρονη Ελλάδα – κρίση, προκλήσεις, προοπτικές», παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη στις 9 Σεπτεμβρίου 2026 και φέρει τις υπογραφές των Χρήστου Γούλα, Πωλίνας Φατούρου και Νίκου Φωτόπουλου.

Τα στοιχεία σκιαγραφούν ένα επάγγελμα το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπο με πολλαπλές και αλληλένδετες πιέσεις: χαμηλές αποδοχές σε σύγκριση με την Ευρώπη και τον ΟΟΣΑ, μεγάλη εξάρτηση του δημόσιου σχολείου από αναπληρωτές, ηλικιακή γήρανση του προσωπικού, σημαντικές περιφερειακές ανισότητες, εργασιακή πίεση και εξουθένωση, αλλά και ενδείξεις μειωμένης ελκυστικότητας ορισμένων πανεπιστημιακών τμημάτων που τροφοδοτούν παραδοσιακά το εκπαιδευτικό επάγγελμα.

185.668 εκπαιδευτικοί στα σχολεία – Το 42% υπηρετεί στα Δημοτικά

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που επεξεργάστηκε το ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ, το σχολικό έτος 2023-2024 καταγράφηκαν συνολικά 185.668 εκπαιδευτικοί στην προσχολική, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Οι περισσότεροι, 77.598 εκπαιδευτικοί ή 42% του συνόλου, υπηρετούσαν στα Δημοτικά. Ακολουθούν τα Γυμνάσια με 41.276 εκπαιδευτικούς, τα Γενικά Λύκεια με 23.861, τα Νηπιαγωγεία με 22.091 και η Επαγγελματική Εκπαίδευση με 14.233. Στην Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση καταγράφονται ακόμη 5.367 εκπαιδευτικοί.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεταβολή του προσωπικού την περίοδο 2015-2024. Στα Νηπιαγωγεία το συνολικό διδακτικό προσωπικό αυξήθηκε από 14.788 σε 22.091, ενώ στα Δημοτικά από 65.478 σε 77.598. Πολύ μεγάλη είναι και η αύξηση στην Ειδική Αγωγή, όπου οι εκπαιδευτικοί από 3.253 το 2015 έφτασαν τους 5.367 το 2024. 

Το δημόσιο σχολείο στηρίζεται ολοένα περισσότερο στους αναπληρωτές

Ένα από τα πλέον κρίσιμα ευρήματα αφορά την έκταση που έχει αποκτήσει η αναπλήρωση ως σταθερό πλέον χαρακτηριστικό στελέχωσης της δημόσιας εκπαίδευσης.

Στα Νηπιαγωγεία, οι αναπληρωτές αντιστοιχούσαν το 2023-2024 στο 33,1% του διδακτικού προσωπικού, στα Δημοτικά στο 25,6%, στην Επαγγελματική Εκπαίδευση στο 24,2%, στα Γυμνάσια στο 21,2% και στα Γενικά Λύκεια στο 14,3%. Σε απόλυτους αριθμούς, καταγράφονται 5.919 αναπληρωτές στα Νηπιαγωγεία, 17.120 στα Δημοτικά, 7.564 στα Γυμνάσια, 2.869 στα Γενικά Λύκεια και 2.701 στην Επαγγελματική Εκπαίδευση.

Η σύγκριση με το 2015 δείχνει το μέγεθος της αλλαγής. Στα δημόσια Δημοτικά οι αναπληρωτές αυξήθηκαν από 6.144 το 2015 σε 17.120 το 2024, ενώ την ίδια περίοδο οι μόνιμοι μειώθηκαν από 47.260 σε 44.440. Στα Νηπιαγωγεία οι αναπληρωτές έφτασαν τους 5.919, με την έρευνα να καταγράφει αύξηση 232,2% σε σχέση με το 2015.

Ανάλογη εικόνα εμφανίζεται και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Στα Γυμνάσια οι μόνιμοι μειώθηκαν κατά 13% την περίοδο που εξετάζεται, ενώ οι αναπληρωτές αυξήθηκαν κατά 403,3%. Στα Γενικά Λύκεια καταγράφεται μείωση των μονίμων κατά 13,4% και αύξηση των αναπληρωτών κατά 215,3%.

Τεράστιες διαφορές από περιφέρεια σε περιφέρεια

Η εικόνα δεν είναι ίδια σε ολόκληρη τη χώρα.

Στα Νηπιαγωγεία, για παράδειγμα, το ποσοστό των αναπληρωτών φτάνει το 47,5% στην Αττική, ενώ στη Θεσσαλία περιορίζεται στο 16,6%. Στα Δημοτικά η Κρήτη βρίσκεται στο 36,6%, έναντι 13,9% στη Θεσσαλία.

Η απόσταση μεταξύ της περιφέρειας με το υψηλότερο και εκείνης με το χαμηλότερο ποσοστό αναπληρωτών φτάνει τις 2,9 φορές στα Νηπιαγωγεία και τις 2,6 φορές στα Δημοτικά, αναδεικνύοντας σημαντικές γεωγραφικές διαφοροποιήσεις στον τρόπο με τον οποίο στελεχώνεται το δημόσιο σχολείο.

Οι μισθοί: Η Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις του ΟΟΣΑ

Ιδιαίτερα ηχηρά είναι τα στοιχεία της έρευνας για τις αποδοχές των εκπαιδευτικών.

Στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, ο θεσμοθετημένος αρχικός μισθός στην Ελλάδα για το 2024 αποτιμάται –με τη μεθοδολογία του ΟΟΣΑ και σε ισοδύναμα δολάρια βάσει αγοραστικής δύναμης– σε 23.363 δολάρια, έναντι 43.526 στην ΕΕ-25 και 44.465 στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.

Μετά από δέκα χρόνια προϋπηρεσίας, η αντίστοιχη αποτίμηση για την Ελλάδα είναι 28.205, έναντι 52.327 στην ΕΕ-25 και 55.972 στον ΟΟΣΑ. Στα 15 χρόνια ανέρχεται σε 30.627, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ φτάνει τα 59.673. Ακόμη και στο ανώτατο μισθολογικό κλιμάκιο, η Ελλάδα βρίσκεται στα 45.153 έναντι 69.517 στην ΕΕ-25 και 71.449 στον ΟΟΣΑ.

Η κατάταξη είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή: για τον αρχικό μισθό των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης η Ελλάδα βρίσκεται στην 38η θέση μεταξύ 38 χωρών που περιλαμβάνονται στη συγκεκριμένη σύγκριση. Μετά από 10 χρόνια βρίσκεται 35η στις 36, μετά από 15 χρόνια 33η στις 35 και στο ανώτατο μισθολογικό κλιμάκιο 31η στις 37.

Ακόμη χαμηλότερα σε σχέση με άλλους πτυχιούχους

Η μισθολογική υστέρηση δεν προκύπτει μόνο από τη σύγκριση με τους εκπαιδευτικούς άλλων χωρών.

Η έρευνα εξετάζει και τις αποδοχές των εκπαιδευτικών σε σχέση με εκείνες εργαζομένων πλήρους απασχόλησης, ηλικίας 25-64 ετών, που διαθέτουν επίσης τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Στην Ελλάδα, οι αποδοχές των εκπαιδευτικών αντιστοιχούν στο 69,3% των αποδοχών των άλλων πτυχιούχων στην προσχολική και την πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Το ποσοστό ανεβαίνει στο 72,2% στην κατώτερη και ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, παραμένοντας όμως αισθητά χαμηλότερο από τα αντίστοιχα επίπεδα ΕΕ και ΟΟΣΑ.

Από το 2015 έως το 2024 ο αρχικός μισθός έχασε πραγματική αξία

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εξέλιξη των αποδοχών σε βάθος χρόνου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ που επεξεργάστηκε το ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ, ο πραγματικός αρχικός μισθός του εκπαιδευτικού στην Ελλάδα στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση μειώθηκε κατά 6,2% μεταξύ 2015 και 2024, όταν οι τιμές υπολογίζονται σε σταθερούς όρους.

Την ίδια περίοδο, ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ που περιλαμβάνονται στη σύγκριση καταγράφει αύξηση 14,9% στον αρχικό μισθό. Η Ελλάδα βρίσκεται στην 25η θέση μεταξύ 27 χωρών ως προς αυτή τη μεταβολή.

Με άλλα λόγια, η μελέτη δεν καταγράφει μόνο μεγάλη απόσταση από τις διεθνείς αποδοχές, αλλά και απώλεια αγοραστικής δύναμης μέσα σε μια δεκαετία.

Ένα εκπαιδευτικό προσωπικό που μεγαλώνει ηλικιακά

Σημαντικό μέρος της έρευνας αφιερώνεται και στην ηλικιακή σύνθεση του εκπαιδευτικού προσωπικού.

Το 2024 οι εκπαιδευτικοί ηλικίας 50 ετών και άνω αποτελούσαν το 35,1% στην προσχολική εκπαίδευση, το 40,7% στην πρωτοβάθμια, το 57,8% στην κατώτερη δευτεροβάθμια και το 58,3% στην ανώτερη δευτεροβάθμια.

Την ίδια στιγμή, οι εκπαιδευτικοί κάτω των 30 ετών αποτελούν μόλις το 8,6% στην προσχολική, 15,2% στην πρωτοβάθμια, 1,4% στην κατώτερη δευτεροβάθμια και 1,6% στην ανώτερη δευτεροβάθμια.

Τα δεδομένα είναι ιδιαίτερα ενδεικτικά για Γυμνάσια και Λύκεια, όπου η παρουσία εκπαιδευτικών κάτω των 30 ετών είναι εξαιρετικά περιορισμένη, ενώ περισσότεροι από τους μισούς εκπαιδευτικούς είναι πλέον άνω των 50.

Δημόσιο και ιδιωτικό σχολείο: Έως και 7,8 χρόνια διαφορά στη μέση ηλικία

Η ηλικιακή διαφοροποίηση γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν συγκρίνονται δημόσιος και ιδιωτικός τομέας.

Η εκτιμώμενη μέση ηλικία των εκπαιδευτικών στα δημόσια Νηπιαγωγεία ανέρχεται στα 44,5 έτη, έναντι 36,7 στον ιδιωτικό τομέα – διαφορά 7,8 ετών.

Στα Δημοτικά η μέση ηλικία είναι 44 έτη στον δημόσιο και 38,3 στον ιδιωτικό τομέα, ενώ στα Γυμνάσια φτάνει τα 50,9 έτη έναντι 45,7. Στα Γενικά Λύκεια διαμορφώνεται στα 52,5 έτη στον δημόσιο τομέα έναντι 48,9 στον ιδιωτικό.

Υψηλά προσόντα και μεγάλη συνάφεια σπουδών με την εργασία

Η έρευνα καταγράφει, παράλληλα, μια άλλη πλευρά του εκπαιδευτικού επαγγέλματος: το υψηλό επίπεδο προσόντων και την ισχυρή αντιστοίχιση σπουδών και εργασίας.

Στα Γυμνάσια, το 14,7% του διδακτικού προσωπικού διαθέτει μεταπτυχιακό τίτλο και στα Γενικά Λύκεια το ποσοστό ανεβαίνει στο 16,2%, ενώ στην Επαγγελματική Εκπαίδευση διαμορφώνεται στο 14,4%.

Στην έρευνα του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ για εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα της Εκπαίδευσης, το 65% δηλώνει ότι το αντικείμενο των σπουδών και των προσόντων του είναι «πάρα πολύ» σχετικό με την τρέχουσα εργασία του και άλλο 22,5% «πολύ» σχετικό.

Πρόκειται για ένα εύρημα που αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με τα μισθολογικά δεδομένα: η μελέτη αποτυπώνει έναν κλάδο με σημαντικό ανθρώπινο και ακαδημαϊκό κεφάλαιο, του οποίου όμως η οικονομική ανταμοιβή υπολείπεται αισθητά των διεθνών συγκρίσεων.

Εργασιακή εξουθένωση: Στο «κόκκινο» οι πιέσεις μέσα στο σχολείο

Η έρευνα του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ ενσωματώνει και ευρήματα έρευνας της ΔΟΕ σε 3.021 εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 2023.

Ο συνολικός δείκτης εργασιακής εξουθένωσης διαμορφώνεται στο 51,47 σε κλίμακα 0-100.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικές είναι οι απαντήσεις για τις πιέσεις που βιώνουν οι εκπαιδευτικοί στην καθημερινότητά τους.

Το 96% συμφωνεί ότι αντιμετωπίζει αυξημένες δύσκολες καταστάσεις λόγω της συμπεριφοράς μαθητών, το 89% αναφέρεται στις συχνές αλλαγές της εκπαιδευτικής πολιτικής, το 85% στον υπερβολικό φόρτο εργασίας και το 82% στον υπερβολικό όγκο ύλης.

Παράλληλα, το 81% καταγράφει μεγάλη πίεση από γονείς μαθητών, το 77% πίεση για ανταπόκριση στην αξιολόγηση, το 68% έλλειψη αναγνώρισης της προσπάθειας και το 64% έλλειψη σεβασμού προς την εργασία του.

Η ίδια η μελέτη διευκρινίζει ότι τα δεδομένα για τις συνθήκες εργασίας προέρχονται από διαφορετικές έρευνες και διαφορετικούς πληθυσμούς και, συνεπώς, δεν είναι άμεσα συγκρίσιμα· χρησιμοποιούνται συμπληρωματικά ώστε να αποτυπωθούν διαφορετικές διαστάσεις της ποιότητας της εκπαιδευτικής εργασίας.

Το επόμενο καμπανάκι: Ποιος θα θέλει να γίνει εκπαιδευτικός;

Ίσως ένα από τα πιο κρίσιμα κεφάλαια της έρευνας αφορά την ελκυστικότητα των πανεπιστημιακών τμημάτων που συνδέονται με βασικούς εκπαιδευτικούς κλάδους.

Το ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ εξετάζει τις προτιμήσεις των υποψηφίων, τις βάσεις εισαγωγής και, κυρίως, τον βαθμό κάλυψης των προσφερόμενων θέσεων στα αντίστοιχα ΑΕΙ.

Και ορισμένα από τα στοιχεία του 2026 είναι εντυπωσιακά.

Στα τμήματα που οδηγούν στον κλάδο ΠΕ03 Μαθηματικών, η συνολική κάλυψη των προσφερόμενων θέσεων περιορίζεται στο 44,5%, αφήνοντας 585 κενές θέσεις.

Στα τμήματα που οδηγούν στον κλάδο ΠΕ02 Φιλολόγων, η κάλυψη διαμορφώνεται στο 65,1%, με 1.243 κενές θέσεις.

Στα τμήματα που συνδέονται με τον κλάδο ΠΕ04 Φυσικών Επιστημών, η κάλυψη βρίσκεται στο 78,9%, με 665 θέσεις να μένουν κενές.

Η εικόνα δεν είναι ενιαία για όλα τα τμήματα – στα Παιδαγωγικά, για παράδειγμα, η έρευνα καταγράφει συνολική κάλυψη των προσφερόμενων θέσεων. Ωστόσο, τα εκατοντάδες κενά σε τμήματα που παραδοσιακά τροφοδοτούν μεγάλους εκπαιδευτικούς κλάδους αποτελούν ένα δεδομένο με ιδιαίτερη βαρύτητα για τα επόμενα χρόνια.

Ένα επάγγελμα μπροστά σε κρίσιμο σταυροδρόμι

Η συνολική εικόνα που προκύπτει από την έρευνα του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ δεν εξαντλείται σε έναν μόνο δείκτη.

Από τη μία πλευρά βρίσκεται ένα εκπαιδευτικό δυναμικό με σημαντικά ακαδημαϊκά προσόντα και υψηλή συνάφεια σπουδών και εργασίας. Από την άλλη, οι αριθμοί καταγράφουν χαμηλές αποδοχές, απώλεια πραγματικής αξίας των μισθών, μεγάλη παρουσία αναπληρωτών, γήρανση του μόνιμου προσωπικού και έντονη εργασιακή πίεση.

Και πίσω από αυτά εμφανίζεται πλέον ένα ακόμη ερώτημα: πόσο ελκυστική παραμένει η προοπτική του εκπαιδευτικού επαγγέλματος για τις νεότερες γενιές;

Τα στοιχεία για την ηλικιακή σύνθεση στα Γυμνάσια και τα Λύκεια, σε συνδυασμό με τις εκατοντάδες κενές πανεπιστημιακές θέσεις σε Μαθηματικά, Φιλολογία και Φυσικές Επιστήμες, δεν αρκούν από μόνα τους για να προβλέψουν μελλοντική έλλειψη εκπαιδευτικών. Αναδεικνύουν, ωστόσο, μια παράμετρο που δύσκολα μπορεί πλέον να αγνοηθεί στον σχεδιασμό της εκπαιδευτικής πολιτικής.

Η έρευνα του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ, τελικά, μεταφέρει τη συζήτηση πέρα από το ετήσιο ζήτημα των κενών και των προσλήψεων. Θέτει στο επίκεντρο το ίδιο το μέλλον του εκπαιδευτικού επαγγέλματος στην Ελλάδα: τις αποδοχές, τη σταθερότητα της εργασίας, την ανανέωση του προσωπικού, τις συνθήκες μέσα στο σχολείο και την ικανότητα του εκπαιδευτικού συστήματος να προσελκύσει και να διατηρήσει τους ανθρώπους που θα κληθούν να στελεχώσουν τις σχολικές αίθουσες των επόμενων δεκαετιών.

Η έρευνα

0 Δείτε τα σχόλια

Όλες οι σημαντικές ειδήσεις στο alfavita.gr

Γιώργος Λεβεντίδης: Στα 17 του από το Ζάννειο στο Durham – Ο μαθητής που ξεπέρασε τα όρια του σχολικού προγράμματος

Κλειδιά πάνω στην πόρτα τη νύχτα: Είναι τελικά σωστό ή λάθος;

Google Logo Μάθε πρώτος όλες τις σημαντικές ειδήσεις. Βάλε το alfavita.gr στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google
Viber Ακολουθήστε το Αlfavita στο Viber

εκπαίδευση