Πριν από τα τετράδια, γενιές μαθητών μάθαιναν να γράφουν πάνω στη σχολική πλάκα. Ήταν μια μικρή, φορητή επιφάνεια από σχιστόλιθο, συνήθως μέσα σε ξύλινο πλαίσιο. Πάνω της τα παιδιά έγραφαν με ειδικό κοντύλι ή κιμωλία, έκαναν τις πρώτες τους ασκήσεις, μάθαιναν αριθμητική και εξασκούνταν στη γραφή. Το μεγάλο της πλεονέκτημα ήταν ότι μπορούσε να σβηστεί και να χρησιμοποιηθεί ξανά και ξανά.
Για το σβήσιμο υπήρχε συχνά δεμένο στην πλάκα ένα μικρό σφουγγάρι ή πανί. Κάποιοι μαθητές χρησιμοποιούσαν λαγοπόδαρο, που λειτουργούσε ως μαλακός σβηστήρας, ενώ άλλοι κατέφευγαν σε ό,τι ήταν διαθέσιμο: ψίχα ψωμιού, το μανίκι ή απλώς το χέρι τους.
Και όταν δεν υπήρχε τίποτε από αυτά; Σύμφωνα με μια πολύ διαδεδομένη λαϊκή εξήγηση για την προέλευση της φράσης, ο μαθητής έφτυνε πάνω στην πλάκα, την έτριβε με το χέρι και άρχιζε ξανά να γράφει. «Φτου κι απ’ την αρχή!».
Χρειάζεται, πάντως, μια διευκρίνιση: η σύνδεση της γνωστής φράσης με τη σχολική πλάκα είναι ελκυστική και ευρέως διαδεδομένη, αλλά δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως απολύτως τεκμηριωμένη ετυμολογία.
Η σχολική πλάκα ήταν, κατά κάποιον τρόπο, το «τετράδιο πολλαπλών χρήσεων» μιας εποχής κατά την οποία το χαρτί δεν ήταν τόσο φθηνό και αυτονόητο όσο σήμερα. Έγραφες, έσβηνες, διόρθωνες και ξανάγραφες στην ίδια επιφάνεια. Από αυτή την άποψη θυμίζει εντυπωσιακά μια σημερινή ψηφιακή οθόνη ή ένα tablet: τα μέσα άλλαξαν, αλλά η διαδικασία της μάθησης παραμένει ίδια — γράφω, κάνω λάθος, διορθώνω και προσπαθώ ξανά.
* Διευθύντρια Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης